«Πήγα στα δάση γιατί θέλησα να ζήσω με σκοπό, θέλησα να ζήσω βαθειά, να ρουφήξω το μεδούλι της ζωής, να αποδιώξω ότι δεν ήτανε ζωή και όχι όταν πεθάνω ν’ ανακαλύψω πως δεν έζησα…»


Πέμπτη, 6 Δεκεμβρίου 2012

Ο τελευταίος σταθμός


"Λίγες οι νύχτες με φεγγάρι που μ’ αρέσαν.
Τ’ αλφαβητάρι των άστρων που συλλαβίζεις
όπως το φέρει ο κόπος της τελειωμένης μέρας
και βγάζεις άλλα νοήματα κι άλλες ελπίδες,
πιο καθαρά μπορείς να το διαβάσεις.
Τώρα που κάθομαι άνεργος και λογαριάζω
λίγα φεγγάρια απόμειναν στη μνήμη∙
νησιά, χρώμα θλιμμένης Παναγίας, αργά στη χάση
ή φεγγαρόφωτα σε πολιτείες του βοριά ρίχνοντας κάποτε
σε ταραγμένους δρόμους ποταμούς και μέλη ανθρώπων
βαριά μια νάρκη.
Κι όμως χτες βράδυ εδώ, σε τούτη τη στερνή μας σκάλα
όπου προσμένουμε την ώρα της επιστροφής μας να χαράξει
σαν ένα χρέος παλιό, μονέδα που έμεινε για χρόνια
στην κάσα ενός φιλάργυρου, και τέλος
ήρθε η στιγμή της πληρωμής κι ακούγονται
νομίσματα να πέφτουν πάνω στο τραπέζι∙
σε τούτο το τυρρηνικό χωριό, πίσω από τη θάλασσα του
Σαλέρνο
πίσω από τα λιμάνια του γυρισμού, στην άκρη
μιας φθινοπωρινής μπόρας το φεγγάρι
ξεπέρασε τα σύννεφα, και γίναν
τα σπίτια στην αντίπερα πλαγιά από σμάλτο.

the dreamer


Σιωπές αγαπημένες της σελήνης.

Είναι κι αυτός ένας ειρμός της σκέψης ένας τρόπος
ν’ αρχίσεις να μιλάς για πράγματα που ομολογείς
δύσκολα, σε ώρες όπου δε βαστάς σε φίλο
που ξέφυγε κρυφά και φέρνει
μαντάτα από το σπίτι κι από τους συντρόφους,
και βιάζεσαι ν’ ανοίξεις την καρδιά σου
μη σε προλάβει η ξενιτιά και τον αλλάξει.
Ερχόμαστε απ’ την Αραπιά, την Αίγυπτο, την Παλαιστίνη,
            τη Συρία∙
το κρατίδιο
της Κομμαγηνής, που ‘σβησε σαν το μικρό λυχνάρι
πολλές φορές γυρίζει στο μυαλό μας,
και πολιτείες μεγάλες που έζησαν χιλιάδες χρόνια
κι έπειτα απόμειναν τόπος βοσκής για τις γκαμούζες
χωράφια για ζαχαροκάλαμα και καλαμπόκια.
Ερχόμαστε απ’ την άμμο της έρημος απ’ τις θάλασσες του
            Πρωτέα,
ψυχές μαραγκιασμένες από δημόσιες αμαρτίες,
καθένας κι ένα αξίωμα σαν το πουλί μες στο κλουβί του.
Το βροχερό φθινόπωρο σ’ αυτή τη γούβα
κακοφορμίζει την πληγή του καθενός μας
ή αυτό που θα ‘λεγες αλλιώς, νέμεση μοίρα
ή μονάχα κακές συνήθειες, δόλο και απάτη,
ή ακόμη ιδιοτέλεια να καρπωθείς το αίμα των άλλων."

(απόσπασμα από την ποιητική συλλογή του Σεφέρη "Ημερολόγιο Καταστρώματος Β")

Σάββατο, 24 Νοεμβρίου 2012


Οι εργάτες φωνάζουν για ψωμί
Οι Έμποροι φωνάζουν για αγορές,και φτιάχνουν οβίδες
Οι άνεργοι πεινούσαν,
τώρα πεινάνε και όσοι εργάζονται.
Αυτοί που τους άρπαξαν το φαΐ απ το τραπέζι,
τώρα κυρήτουν την λιτότητα.
Αυτοί που παίρνουν όλα τα δοσίματα, ζητάνε θυσίες.
Οι χορτάτοι μιλάνε στους πεινασμένους, για τις μεγάλες εποχές
που θάρθουν.
Αυτοί που την χώρα σέρνουν στην άβυσσο,
λένε πως η τέχνη να κυβερνάς
είναι πολύ δύσκολη υπόθεση

για τους ανθρώπους του λαού...

(του Μπέρτολτ Μπρεχτ)

Παρασκευή, 23 Νοεμβρίου 2012

Σαν τα τρελά πουλιά (απόσπασμα)

"-Το κατάλαβα παιδάκι μου, αλλά ο νους μου δε το χωρεί. Μπρε Άννα, πόσα χρόνια πάνε από τότες που τελευταία είχαμε πόλεμο;
-Εικοσιέξι χρόνια στρογγυλά, μανούλα μου.
-Τι λες μπρε παιδί μου, για πότε πέρασαν τα χρόνια!
-Τα χρόνια δεν πέρασαν, μάνα μου, τα χρόνια δεν περνούνε.
Απλώνει το χέρι της και της χαϊδεύει το ρυτιδωμένο μάγουλο, τα κάτασπρα μαλλιά.
-Τα χρόνια στέκουνται. Εμείς περνούμε."

Δευτέρα, 12 Νοεμβρίου 2012

Περί ζωολογίας...

"...Πώς μπορούσε η Λη-Τσέρι να δώσει στην Τζουλιέτα να καταλάβει τη μεγάλη αντίδραση της μανγούστας στην Χαβάη; 
 Κάποτε η Χαβάη είχε πρόβλημα με τους αρουραίους. Τότε, κάποιος παρουσιάστηκε με μια φαεινή ιδέα: να εισαγάγουν μανγκούστες απ'την Ινδία. Οι μανγκούστες θα σκότωναν τους αρουραίους. Πέτυχε. Οι μανγκούστες σκότωσαν πραγματικά τους αρουραίους. Οι μανγκούστες σκότωσαν και κοτόπουλα, γουρουνάκια, πουλιά, γατιά, σκυλιά και μικρά παιδιά. Υπήρξαν μαρτυρίες για μανγκούστες που επιτέθηκαν σε μοτοσικλέτες, σε ηλεκτρικές μηχανές κουρέματος γκαζόν, αυτοκινητάκια του γκολφ και άλλα διάφορα. Η Χαβάη, τώρα, έχει περισσότερες μανγκούστες απ'όσους αρουραίους είχε παλιά. Η Χαβάη αντάλλαξε το πρόβλημα των αρουραίων της με ένα πρόβλημα μανγκουστών. Η Χαβάη ήταν αποφασισμένη να μην αφήσει να ξανασυμβεί κάτι τέτοιο.
 Πώς μπορούσε η Λη-Τσέρι να δείξει στην Τζουλιέτα την αληθινά αναλογία ανάμεσα στα τρωκτικά της Χαβάης και την σημερινή κοινωνία; Η κοινωνία είχε πρόβλημα με το έγκλημα. Προσέλαβε αστυνομικούς για να πατάξουν το έγκλημα. Τώρα η κοινωνία έχει πρόβλημα με τους αστυνομικούς..."

( απόσπασμα από το βιβλίο "ο Τρυποκάρυδος" του Τομ Ρόμπινς )

Τετάρτη, 7 Νοεμβρίου 2012

"Όταν πέσει το πέμπτο πέπλο, και μαζί του η ψευδαίσθηση της οικονομικής αξίας, οι άνθρωποι μπορεί να αρχίσουν να αναγνωρίζουν πάλι τον εαυτό τους, μπορεί να ξαναβρούν τις παλιές αξίες και να ξαναδούν ένα τοπίο που έχει χαθεί εδώ και πολύ καιρό.
Στο μεταξύ μπορούμε να πούμε με κάποια εγκυρότητα ότι, παρ' όλη τη φασαρία και τις φοβίες που δημιουργεί το χρήμα, στην πραγματικότητα σχεδόν δεν υπάρχει. Δεν είναι παρά ένα αφηρημένο επινόημα, ένα συμβολο, μια πράξη πίστης, ένα γραμμάτιο που στηρίζεται μόνο στο λόγο ενός τραπεζίτη. Ουσιαστικά, τα λεφτά είναι ένα υποκατάστατο για πράγματα που συχνά δεν υπάρχουν.
Από την άλλη μεριά, όμως, η περιστροφή στο δρόμο είναι κάτι το πραγματικό μέσα στα πλαίσια της δικής της χρονικής εξέλιξης.
Τόσο τα χρήματα, όσο και η τέχνη, πασπαλισμένα όπως είναι με το ρομαντισμό και την ποίηση της εποχής μας, είναι μια μαγεία. Ή μάλλον τα λεφτά είναι ταχυδακτυλουργία, ενώ η τέχνη είναι μαγεία. Τα λεφτά είναι θεατριλίκι, είναι εξαπάτηση, είναι ένα έξυπνο κόλπο. Η τέχνη είναι ένα πλέγμα δυνάμεων και επιδράσεων που ασκούνται πάνω στις αισθήσεις μέσα από ορισμένους πρακτικούς αλλά και μονίμως ανεξήγητους δεσμούς. Βέβαια, η γραμμή που ενώνει αυτά τα δύο μπορεί να είναι λεπτή σα δίφραγκο. Επιπλέον, οι μάγοι του καπιταλισμού ενισχύουν την δύναμη που ασκούν πάνω στο ακροατήριό τους χρησιμοποιώντας καλλιτεχνικές εικόνες.

Πολύ προτού πέσει το πέπλο του εμπορίου μπροστά στα μάτια της τέχνης, είχε θολώσει πρώτα την όραση της θρησκείας. Οι αρχαίοι ναοί, ειδωλολατρικοί και μη, στις περισσότερες περιπτώσεις ήταν ταυτοχρόνως θησαυροφυλάκια και νομισματοκοπεία.
Ο Ναός της Ιερουσαλήμ δεν αποτελούσε εξαίρεση. Ο πρώτος Ναός καθώς και ο Δεύτερος, και στις δύο μορφές του, ήταν το οικονομικό κέντρο της Ιουδαίας. Η Έλεν Τσέρυ δεν το ήξερε αυτό. Ο αιδεσιμότατος Μπάντι Γουίνκλερ μάλλον το ήξερε, αλλά, όπως ήταν φυσικό, ο Μπάντι δεν έβλεπε πολύ ξεκάθα τις σχέσεις ανάμεσα στην θρησκεία και στο χρήμα. Ο/η Κονσέρβα Φασόλια γνώριζε καλά αυτή τη σχέση, όταν όμως έκανε υποθέσεις για τον Τρίτο Ναό απέφυγε να εξατάσει την πιθανή του σύνδεση με την τράπεζα του Ισραήλ. Ακόμη και η τολμηρή διάνοια της φασουλοκονσέρβας έβρισκε απωθητικό αυτό το θέμα.
Είναι όμως φανερό πως ούτε τα λεφτά ούτε η αγάπη για τα λεφτά είναι η ρίζα των ανθρώπινων κακών. Οι ρίζες του κακού είναι πιο βαθιές. Άλλωστε, τα λεφτά δεν είναι "ρίζες", τα λεφτά είναι "φύλλα". Για την ακρίβεια, είναι δισεκατομμύρια φύλλα. Ένα πυκνό, θαμνώδες, πράσινο φύλλωμα που αποκρύπτει τα άστρα της πραγματικότητας με τον πλαστό του θόλο.
Ποιός λέει ότι τα λεφτά δεν φυτρώνουν στα δέντρα;

Η εμφάνιση του χρήματος, με τις δελεαστικές, αν και αόριστες, υποσχέσεις του προσέθεσε μια νέα ζωντάνια στο σπορ της ζωής. Η ζωντάνια όμως γρήγορα μετατράπηκε σε σύγχυση όταν οι παίχτες, αποβλακωμένοι από αστάθμητους και ανεξήγητους παράγοντες, άρχισαν να μπερδεύουν τις μάρκες του παιχνιδιού με το ίδιο το παιχνίδι.
Έτσι, το πέμπτο πέπλο, θα πέσει σίγουρα ακόμη και για εκείνους από εμάς που δεν μπορούν να δουν τον χορό της Σαλώμης. Θα πέσει τη στιγμή του θανάτου μας. Καθώς θα κειτόμαστε ανήμποροι και ανεπηρέαστοι πια από όλα εκείνα τα μπιχλιμπίδια που μας αποσπούσαν την προσοχή, και ενώ ο ηλεκτρισμός θα την κοπανάει από τα κυκλώματα του εγκεφάλου μας σαν απατεώνας που την κοπανάει από την γειτονιά του κορόιδου, πολλοί από εμάς θα συνειδητοποιήσουμε ότι όλα όσα κάναμε στη ζωή μας, τα κάναμε για τα λεφτά.
Εκείνη τη στιγμή, λίγο προτού σβήσουν τα αστέρια (και ανάλογα με το τι άλλο έχουμε μάθει στη ζωή μας) θα μας κυριέψει μια φόρητη λύπη και πικρία για ό,τι κάναμε - ή, αλλιώς, μπορεί να ρίξουμε ένα γερό, βουβό γέλιο σε βάρος μας...
 "

Απόσπασμα από το βιβλίο του Τομ Ρόμπινς: ''Ο χορός των επτά πέπλων''

Τρίτη, 4 Σεπτεμβρίου 2012

"Για να είναι αναγνωρίσιμος και επίφοβος ο εχθρός, πρέπει να βρίσκεται στο σπίτι μας ή στο κατώφλι του σπιτιού μας. Να, λοιπόν γιατί οι Εβραίοι. Μας τους έδωσε η Θεία Πρόνοια, ας τους χρησιμοποιήσουμε, που να πάρει, κι ας προσευχόμαστε να υπάρχει πάντα ένας Εβραίος για να τον μισούμε ή να τον φοβόμαστε. Κάποιος είπε ότι ο πατριωτισμός είναι το έσχατο καταφύγιο των απατεώνων: όποιος δεν έχει ηθικές αρχές τυλίγεται συνήθως με μια σημαία και όλοι οι μπάσταρδοι επικαλούνται την καθαρότητα της φυλής τους. Η εθνική ταυτότητα είναι το τελευταίο καταφύγιο των άκληρων. Η αίσθηση της ταυτότητας βασίζεται στο μίσος, στο μίσος γι’αυτόν που δεν είναι ίδιος. Θα πρέπει να καλλιεργήσουμε το μίσος σαν πολιτικό πάθος. Ο εχθρός είναι ο φίλος των λαών. Χρειάζεται πάντα να μισούμε κάποιον για να νιώθουμε δικαιωμένοι μές στην δυστυχία μας. Το μίσος είναι το πραγματικό αρχέγονο πάθος. Και η αγάπη είναι μια ανώμαλη κατάσταση. Γι’αυτό και σκοτώθηκε ο Χριστός: μιλούσε ενάντια στη φύση. Δεν αγαπούμε κάποιον για όλη μας τη ζωή, αυτή η ανέφικτη ελπίδα γεννάει τη μοιχεία, τη μητροκτονία, την προδοσία του φίλου…Αντίθετα μπορούμε να μισούμε κάποιον για όλη μας τη ζωή. Αρκεί να βρίσκεται πάντα εκεί για ν’αναζωπυρώνει το μίσος μας. Το μίσος ζεσταίνει την καρδιά."

 - Ουμπέρτο Έκο, Το κοιμητήριο της Πράγας


"Μια από τις μεγαλύτερες λαχτάρες της ζωής μου στάθηκε πάντα το ταξίδι να δω,ν'αγγίξω άγνωρα χώματα,να μπω να κολυμπήσω σε άγνωρες θάλασσες,να γυρίσω τη γης,να βλέπω,να βλέπω και να μη χορταίνω καινούριες στεριές και θάλασσες κι ανθρώπους κι ιδέες και να τα βλέπω όλα για πρώτη φορά,να τα βλέπω όλα για τελευταία φορά,με μακρόσερτη ματιά,κι έπειτα να σφαλνώ τα μάτια και να νιώθω τα πλούτη να κατασταλάζουν μέσα μου ήσυχα,τρικυμιστά,όπως θέλουν,ωσότου να τα περάσει από την ψιλή κρισάρα ο καιρός,να κατασταλάξει απ'όλες τις χαρές και τις πίκρες το ξαθέρι-τούτη η αλχημεία της καρδιάς είναι,θαρρώ,μια μεγάλη,αντάξια του ανθρώπου ηδονή."
                                                                                                                             - Ν.Καζαντζάκη (απόσπασμα από την "Αναφορά στον Γκρέκο")
"Υπάρχουν άνθρωποι που ζήσαν για πολύ καιρό ένα μεγάλο
έρωτα, και κατόπι τον έχασαν. Οι άνθρωποι αυτοί, καμιά
φορά, παραιτούνται απ' τη μοναχική ευγένειά τους. Πλησιάζουνε
ταπεινά τη ζωή και, μ' ένα μέτριο έρωτα ευτυχούν. Το βρήκαν
βολετό να παραιτηθούν, να γίνουν υπόχρεοι και να μπουν μες
στην ειρήνη των πραγμάτων. Από την καλοσύνη του αφέντη
φτιάχνει την περηφάνεια του ο σκλάβος."

 - Antoine de Saint-Exupery
"Τι φταις αλήθεια. Κανείς δε σου 'μαθε το δρόμο για το "εμείς". Και το
χειρότερο, κανένας δε σε εκπαίδευσε να επενδύεις στο "εγώ". Σαν επαίτης
εκλιπαρείς μπροστά στην πόρτα του "εσείς". Έσπασες αμέτρητες φορές τα
μούτρα σου, προσπαθώντας ανάμεσα σε σκοτάδια ν' ανακαλύψεις το "εσύ".
Σ' έπιασε πάντα πανικός στη θέα και στη σκέψη του "αυτοί". Και στην
απελπισία, στο χαμό σου, φώναζε "Αυτός! Αυτός!" Κι έπιασες ένα πιστόλι,
να πολεμάς. Τι φταις!"


(της Αλκυόνης Παπαδάκη)

Σάββατο, 25 Αυγούστου 2012

Πείνα και Δίψα


"Τὸ ἀληθινὸ πάθος εἶναι ἡ μεγάλη καὶ ἀπεριόριστη δίψα τῆς ψυχῆς, ἡ τραγικὴ πάλη τοῦ ἀνθρώπου γιὰ νὰ ξεπεράσει τὸ μέτριο καὶ τὸ συμβατικό.
Μοναξιὰ δὲν εἶναι ἡ ἔλλειψη τῆς συντροφιᾶς, ἀλλὰ ἡ βαθειὰ συναίσθηση μιᾶς τέλειας μοναχικότητας, ἕνα αἴσθημα ἐγκατάλειψης ἀπ᾿ ὅλους κι ἀπ᾿ ὅλα μέσα στὴ ζωή.
Ὁ χαμένος παράδεισος ζεῖ μέσα μας στὶς στιγμὲς τῆς μεγάλης χαρᾶς, στὸ πλησίασμα ἑνὸς ἀνθρώπου, μιᾶς ἀλήθειας, μιᾶς ἀγάπης ἢ μιᾶς ὀμορφιᾶς. Οἱ στιγμὲς τῆς δυνατῆς ζωῆς μᾶς πείθουν πὼς ὁ χαμένος παράδεισος δὲν ἔχει ἀνεπανόρθωτα χαθεῖ. Ἦταν τὸ ξεκίνημα τῆς ἀνθρώπινης πορείας, θὰ εἶναι καὶ τὸ τέρμα της. Ἡ νοσταλγία τοῦ ἀπολύτου ποὺ καίει μέσα μας εἶναι ἡ νοσταλγία τοῦ τέρματος.
Νομίζω πὼς ἡ πιὸ συχνὴ ἀφορμὴ κόπου εἶναι ἡ ἀντινομία ἀνάμεσα στὸν κόσμο ποὺ κρύβουμε μέσα μας καὶ στὸν κόσμο τῆς καθημερινότητας στὸν ὁποῖο εἴμαστε ὑποχρεωμένοι νὰ ὑποταχτοῦμε.
Νὰ ὑπάρχεις σημαίνει νὰ ζεῖς συνειδητὰ τὴν τραγικὴ ἀντινομία τοῦ μέσα σου καὶ τοῦ γύρω σου κόσμου.
Ὁ μεγάλος σκοπὸς εἶναι πάντα μιὰ μεγάλη μοναξιά. Καὶ μιὰ μεγάλη μοναξιὰ εἶναι ἡ ὀδύνη μιᾶς ζωῆς στερημένης ἀπὸ στοργή... Ὁ μεγάλος σκοπὸς εἶναι ἕνα χρέος ποὺ θὰ τὸ σηκώσεις μονάχος.
Γιατὶ ὁ Θεὸς δὲν ἀποκαλύπτεται παρὰ μόνο ὅταν ἀπομένεις μονάχος.
Ἡ αἴσθηση τῆς προσωρινότητας καὶ ἡ ἀβεβαιότητα τοῦ σήμερα ἴσως εἶναι τὸ μαρτυρικὸ τίμημα ποὺ προσφέρουμε γιὰ νὰ μείνουμε ἀδούλωτοι ἀπὸ τὰ δεσμὰ τῆς ἐφήμερης ἐπανάπαυσης, τῆς σιγουριᾶς ποὺ ἐξασφαλίζει ἡ προσκόλληση στὴ ματαιότητα τοῦ κόσμου τούτου.
Ἐλεύθερος εἶσαι, ὅταν ἡ ἔκταση τοῦ μέσα σου κόσμου, ἡ ἔκταση στὴν ὁποία ζεῖ καὶ κινεῖται ἡ ψυχή σου, δὲν ἔχει σύνορα καὶ φραγμούς. Εἶσαι ἀδέσμευτος μέσα σου, ἔχεις μόνος ἐσὺ ὅλη τὴν εὐθύνη κι ὅλο τὸν ἔλεγχο τῆς ἐσωτερικῆς σου πορείας, κι ἡ πορεία σου αὐτὴ μπορεῖ σὲ κάθε στιγμὴ νὰ ζητήσει καινούργια κατεύθυνση.
Εἶναι τόσο σπάνιο ἡ ἀγάπη νὰ σέβεται τὴν ἐλευθερία. Εἶναι τόσο σπάνιο πρᾶγμα νὰ συντροφεύεται ἡ ἀγάπη ἀπ᾿ τὴν τρυφερότητα.
Εἶναι ἡ ἴδια ἡ τρυφερότητα μιὰ ἀτμόσφαιρα ἐλευθερίας. Καὶ αὐτὸ ὀφείλεται στὸ ὅτι ἡ τρυφερότητα δὲν ξεκινάει ἀπὸ καμιὰ σκοπιμότητα. Εἶναι ἡ ἴδια ἕνας αὐτοσκοπός, μιὰ γνησιότητα. Αὐτὸ μόνο.
Ἀπὸ τὴ στιγμὴ ποὺ θὰ ἀποφασίσουμε νὰ ζήσουμε μιὰ προσωπικότερη ζωή, τὴ ζωὴ μιᾶς προσωπικῆς ἀναζήτησης, ἔχουμε νὰ σηκώσουμε τὸ βαρὺ φορτίο μιᾶς εὐθύνης ἀπόλυτα προσωπικῆς, χωρὶς κανένα ξαλάφρωμα μοιρασιᾶς.
Τὸν Θεὸ θὰ τὸν βρεῖς μονάχος· ὅσα κι ἂν σοῦ ποῦν γι᾿ Αὐτόν, ὅσα κι ἂν σὲ διδάξουν δὲν μποροῦν ποτὲ νὰ στὸν ἀποκαλύψουν.
Ὁ ἔρωτας εἶναι ἀκριβῶς μιὰ ἔλλειψη, μιὰ ἀνάγκη πλήρωσης, μιὰ ὀδυνηρὴ ἀναζήτηση τοῦ Θεοῦ.
Ἂν σ᾿ αὐτὴ τὴ γῆ ὁ Θεὸς δὲν ἦταν ἕνας μεγάλος μόχθος κι ἕνας ἀτέλειωτος πόνος καὶ μιὰ ἀσίγαστη πείνα καὶ δίψα, τὸτε πάνω σὲ τούτη τὴ γῆ δὲ θὰ ὑπῆρχε τίποτα ποὺ νὰ θυμίζει οὐρανό.
Πάνω σ᾿ αὐτὴ τὴ γῆ ὁ Θεὸς θὰ εἶναι γιὰ μένα πάντοτε ἕνας δρόμος κι ὄχι ἕνα τέρμα, μιὰ ἀνάβαση κι ὄχι μιὰ κορφή.
Πρέπει νὰ ξαναμάθουμε ἀπὸ τὴν ἀρχὴ τὸ Θεό, νὰ τὸν μάθουμε πραγματικά, μὲ τὸ κορμί μας, ὅπως ἡ Ἐκκλησία τὸν μεταδίνει σὰν βρώση καὶ πόση, σὰν κατάδυση καὶ ἀνάδυση στὸ ζωντανὸ νερὸ τοῦ κόσμου, σὰ σταυροκόπημα καὶ στρωτὴ μετάνοια καὶ εὐωδιαστὸ κερὶ καὶ λιβάνι, σὰ νηστεία τροφῆς καὶ κατάλυση τροφῆς, σὰν γιορτὴ καὶ πανήγυρη συνταιριασμένη μὲ τὴν ἐποχὴ καὶ τὸν καιρό. Ἡ Ἐκκλησία εἶναι σῶμα χειροπιαστό, προσιτὸ στὶς αἰσθήσεις. Εἶναι τὸ χτίσμα μὲ τοὺς κεκλιμένους οὐρανοὺς στοὺς θόλους καὶ τὶς καμάρες του, ποὺ σαρκώνει τὸν Ἄσαρκο καὶ χωρεῖ τὸν Ἀχώρητο. Εἶναι ὁ ζωντανὸς λαὸς τοῦ Θεοῦ στοὺς κόλπους της, οἱ τελῶνες καὶ οἱ ἅγιοι, οἱ πόρνες καὶ οἱ ὅσιοι. Εἶναι ἡ ζωγραφιστή, δηλαδὴ αἰσθητὴ καὶ ἄμεση παρουσία τῶν πεθαμένων. Εἴμαστε ἐμεῖς, ἡ ζωή, ὁ κόσμος, ἰδωμένος σωστά."

(του Χρήστου Γιανναρά)

Τρίτη, 14 Αυγούστου 2012

Η πόλις


Είπες:"Θα πάγω σ'άλλη γη, θα πάγω σ'άλλη θάλασσα.
Μια πόλις άλλη θα βρεθεί καλλίτερη από αυτή.
Κάθε προσπάθεια μου μια καταδίκη είναι γραφτή.
Κ'ειν'η καρδιά μου-σα νεκρός-θαμένη.
Ο νους μου ως πότε μες στον μαρασμόν αυτόν θα μείνει.
Όπου το μάτι μου γυρίσω, όπου κι αν δω
ερείπια μαύρα της ζωής μου βλέπω εδώ,
που τόσα χρόνια πέρασα και ρήμαξα και χάλασα".

Καινούργιους τόπους δεν θα βρεις, δε θαβρεις άλλες θάλασσες.
Η πόλις θα σε ακολουθεί. Στους δρόμους θα γυρνάς
τους ίδιους. Και στες γειτονιές τες ίδιες θα γερνάς
και μες στα ίδια σπίτια αυτά θ'ασπρίζεις.
Πάντα στην πόλι αυτή θα φθάνεις. Για τα αλλού-μη ελπίζεις-
δεν έχει πλοίο για σε, δεν έχει οδό.
Έτσι που τη ζωή σου ρήμαξες εδώ
στην κώχη τούτη τη μικρή, σ'όλην την γη την χάλασες.

Παρασκευή, 10 Αυγούστου 2012

3ος Διαγωνισμός Διηγήματος “ΛογωΤέχνης 2012”


Η αστική μη κερδοσκοπική εταιρία πολιτισμού Artspot (http://company.artspot.gr) διοργανώνει για τρίτη συνεχή χρονιά τον διαγωνισμό διηγήματος «ΛόγωΤέχνης», με την υποστήριξη των Εκδόσεων Καλέντη, έχοντας επιτύχει το στόχο να καθιερωθεί ως λογοτεχνικός θεσμός στο ελληνικό διαδίκτυο. Η μεγάλη επιτυχία των δύο πρώτων διαγωνισμών διηγήματος «ΛόγωΤέχνης», απέδειξε πως υπάρχει μια ισχυρή δημιουργική δυναμική στους ανθρώπους που δραστηριοποιούνται στο Διαδίκτυο.
 


Η Κριτική Επιτροπή
Ελένη Γκίκα, Συγγραφέας – Κριτικός βιβλίου
Κώστας Μουρσελάς, Συγγραφέας
Γιάννης Ξανθούλης, Συγγραφέας
Χρήστος Οικονόμου, Συγγραφέας
Γιάννης Φαρσάρης, Υπεύθυνος διοργάνωσης του διαγωνισμού


Διάρκεια του διαγωνισμού
Ημερομηνία έναρξης του Διαγωνισμού είναι η 15η Ιουλίου και ημερομηνία λήξης η 15η Σεπτεμβρίου 2012.


Θέμα του διαγωνισμού
 Το θέμα του διαγωνισμού είναι ελεύθερο, όμως οι συμμετέχοντες θα πρέπει να συμπεριλάβουν στην πλοκή του διηγήματός τους έντεκα συγκεκριμένες αινιγματικές λέξεις, όπως αυτές αναγράφονται στον δικτυακό τόποhttp://logotexnis.artspot.gr

Έκταση των κειμένων
 Τα διηγήματα δεν θα πρέπει να ξεπερνούν σε έκταση τις 1.000 λέξεις.

Οι Νικητές
 
 Τα 20 πρώτα διηγήματα του διαγωνισμού θα εκδοθούν σε βιβλίο από τις Εκδόσεις Καλέντη. Στους 6 πρώτους νικητές του διαγωνισμού θα απονεμηθεί τιμητικό δίπλωμα. Η ανακοίνωση των αποτελεσμάτων του διαγωνισμού θα γίνει σε ειδική τιμητική εκδήλωση βράβευσης.

Αναλυτικές πληροφορίες
Οι όροι συμμετοχής του Διαγωνισμού Διηγήματος «ΛόγωΤέχνης» είναι διαθέσιμες στον δικτυακό τόπο http://logotexnis.artspot.gr  στη σελίδαhttp://www.facebook.com/logotexnis και στο emailcontest@artspot.gr.


Χορηγοί Επικοινωνίας του διαγωνισμού
Η ηλεκτρονική έκδοση της εφημερίδας Καθημερινή (www.kathimerini.gr), η διαδικτυακή πύλη Pathfinder (www.pathfinder.gr), ο οδηγός πολιτισμού και αστικής ζωής Monopoli (www.monopoli.gr), η διαδικτυακή πύλη για το βιβλίο BOOK PRESS (www.bookpress.gr), το πολιτιστικό περιοδικό ΝΤΟΥέΝΤΕ (www.duendemagazine.gr) και το περιοδικό τέχνης Art Magazine (www.artmag.gr).


Υποστηρικτές του διαγωνισμού
Οι Εκδόσεις Καλέντη (www.kalendis.gr), η ανοικτή βιβλιοθήκη OPENBOOK (www.openbook.gr), η δικτυακή κοινότητα καλλιτεχνών ARTSPOT (www.artspot.gr) και η εταιρεία υπηρεσιών διαδικτύου Lollypop (www.lollypop.gr). 


“Ειρήνη είναι ένα ποτήρι ζεστό γάλα κι ένα βιβλίο μπροστά στο παιδί που ξυπνάει.”
 
Γιάννης Ρίτσος, Ειρήνη

Τρίτη, 24 Ιουλίου 2012

Medianeras (Μεσοτοιχίες)


Ακόμα και χωρίς τον πρόλογο του σκηνοθέτη, θα μπορούσαμε να καταλάβουμε αυτό που όλοι βιώνουμε: η αρχιτεκτονική της πόλης ευθύνεται για την μοναξιά μας, τις νευρώσεις μας, το άγχος, την κατάθλιψη, τις αϋπνίες και τις ταραγμένες σχέσεις μας. Για την έλλειψη συναισθημάτων στις σχέσεις μας.  Για τα αδιέξοδα μας.
Και όλα αυτά μέσα σε μια ταινία που ακολουθεί πιστά τα βήματα του Γούντι Άλεν.

Η Μαριάννα και ο Μάρτιν
Η Μαριάννα είναι αρχιτέκτονας. Διακοσμεί βιτρίνες καταστημάτων.  Με τις πλαστικές κούκλες της βιτρίνας, αναπτύσσει μια σχέση σχεδόν ερωτική. Αναζητά την προσωπική παρουσία στην απρόσωπη πόλη.
Ο Μάρτιν, ζει το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του μέσα στο διαμέρισμα. Σχεδιάζει ιστοσελίδες και ο υπολογιστής του είναι πια το μόνο μέσο για να προσεγγίζει τους ανθρώπους.
Ζουν στο ίδιο οικοδομικό τετράγωνο. Δεν έχουν συναντηθεί ποτέ. Τους χωρίζει μόνο μια μεσοτοιχία.

Η πόλη
Το Μπουένος Άιρες  (Porteño) είναι ο τρίτος πρωταγωνιστής.  Η πόλη άναρχα και ακαλαίσθητα χτισμένη  απομακρύνει τους ανθρώπους. Ο φόβος της πόλης είναι πανταχού παρών και αιχμαλωτίζει συνεχώς τα πρόσωπα.  Η κάθετη δόμηση, τα καλώδια, οι κεραίες, τα δορυφορικά πιάτα. Μέσα στην περιρρέουσα ατμόσφαιρα της αστικοποίησης, η μοναξιά των ανθρώπων φαίνεται μεγαλύτερη.
Οι έρωτες είναι φευγαλέοι. Οι άνθρωποι συνεχώς φεύγουν. Οι φοβίες μεγαλώνουν  και κανείς δεν μπορεί να αντιμετωπίσει το συναισθηματικό κενό. Η πόλη δεν επιτρέπει στις ανθρώπινες σχέσεις να αναπτυχθούν. «Ποτέ ως τώρα οι στέγες των σπιτιών δεν ήταν τόσο κοντά, και οι καρδιές των ανθρώπων τόσο μακριά.
Η πόλη πλήττεται από αισθητική και ηθική ακαταστασία.

Το παραμύθι
Εξ αρχής, η ταινία αμφιταλαντεύεται ανάμεσα στον ρεαλισμό και τη μαγεία.  Αν και επιχειρεί να αποδώσει με αντικειμενικότητα τη μοναχική ζωή των κατοίκων της πόλης, οι αναφορές στο παραμυθιακό στοιχείο είναι συνεχείς και δεν ταιριάζουν σε μια ψυχρή καταγραφή των αδιέξοδων σχέσεων.
Η Μαριάννα, έχει από μικρή ένα βιβλίο. Μέσα στις σελίδες του αναζητά τον Carlos- τον δικό της πρίγκιπα (la media naranja). Στο αστικό τοπίο, ο Carlos χαμένος μέσα στα εκατομμύρια πρόσωπα, δεν μπορεί να βρεθεί.
Μέχρι τη μέρα που ο Μάρτιν και η Μαριάννα αποφασίζουν ντα γκρεμίσουν τον τοίχο και να ανοίξουν ένα παράθυρο. Το παράθυρο, λειτουργώντας στην ταινία κυριολεκτικά και μεταφορικά παίζει τον ρόλο του καταλύτη. Το οπτικό πεδίο διευρύνεται και οι ζωές των ηρώων αποκτούν νέο νόημα. Η Μαριάννα συναντά τον Μάρτιν κοιτάζοντας από το παράθυρο. Μοιάζει με παραμύθι.


Δευτέρα, 23 Ιουλίου 2012

Τα βασανιστήρια - Pablo Neruda (από το Canto General)


Την Παρασκευή, 20 Ιουλίου, αστυνομικές δυνάμεις εισέβαλαν στο εργοστάσιο της Χαλυβουργίας. Η ωμή και απρόκλητη αστυνομική επίθεση, απέδειξε για μια ακόμα φορά σε ποιον ανήκει το μονοπώλιο της βίας. Η κυβερνητική και εργοδοτική τρομοκρατία καταστέλλει τον αγώνα των εργατών μετά από εννιά μήνες απεργία. Το όπλο των λαών παραμένει η αλληλεγγύη.

 (σκηνή από την ταινία Ψωμί και Τριαντάφυλλα)


Μια απεργία ακόμα
τα μεροκάματα πάντα γελοία
οι γυναίκες να κλαίνε μπροστά στις πυρωστιές
κι οι ανθρακωρύχοι
να ενώνουν ένα-ένα τα χέρια τους
και τους πόνους

Είναι η απεργία
εκείνων που σκάφτανε κάτω απ’ τη θάλασσα
 σκυφτοί
μέσα στα υγρά κανάλια
είν’ η απεργία
εκείνων που βγάλανε με τίμημα το αίμα
και τη δύναμη τους
τη μαύρη γης των ορυχείων

Αλλά τώρα ήρθαν οι οπλοφόροι,
νύχτα καταστρέψανε τα σπίτια τους
του σύρανε στις γαλαρίες –φρικτές φυλακές-
λεηλάτησαν το λιγοστό αλεύρι που φυλάγαν
κι αρπάξαν τα τελευταία σπυριά από το ρύζι των παιδιών τους.
Μετά βροντώντας τα ντουβάρια με μανία
τους εκτοπίσανε
μπουλούκια τους μαντρώσανε
και σαν ζώα τους σημαδέψαν

Και στους λασπερούς δρόμους
βαδίζοντας για μιαν έξοδο γιομάτη πόνο
οι αρχηγοί του κάρβουνου
είδαν τα παιδιά τους να εξορίζονται
είδαν τις γυναίκες τους να ατιμάζονται
είδαν φάλαγγες ανθρακωρύχων να φυλακίζονται
στη μακρινή Παταγωνία
στον παγωμένο ανταρκτικό
στις απέραντες στέπες της Πισάγκουα.

Τρίτη, 10 Ιουλίου 2012


(Στο απόσπασμα περιγράφεται με κωμικοτραγικό τρόπο το αδύνατο της υπεράσπισης ενός κατηγορουμένου όταν ο δικαστής είναι προκατειλημμένος εναντίον του.)



-Τ’ όνομά σου;
Αλλά να που του τύχαινε τώρα μια περίπτωση που δεν την είχε προβλέψει ο νόμος: ένας κουφός να ανακρίνει έναν άλλον κουφό.
Ο Κουασιμόδος, που τίποτα δεν τον βοηθούσε να μαντέψει την ερώτηση που του είχαν απευθύνει, εξακολουθούσε να κοιτάζει σταθερά τον δικαστή και δεν αποκρίθηκε τίποτα. Ο δικαστής, κουφός κι αυτός, που τίποτα δεν τον βοηθούσε να μαντέψει την κουφαμάρα του κατηγορουμένου, πίστεψε πως εκείνος του είχε απαντήσει, όπως έκαναν συνήθως όλοι οι κατηγορούμενοι, κι εξακολούθησε να ανακρίνει με τη μηχανική και χαυνωμένη απάθειά του:
-Πολύ καλά. Ηλικία;
Ο Κουασιμόδος δεν απάντησε ούτε σ’ αυτή την ερώτηση. Ο δικαστής νόμισε πάλι ότι είχε πάρει απάντηση και συνέχισε:
-Και τώρα πες μου το επάγγελμά σου.
Πάντα η ίδια σιωπή. Στο μεταξύ, σιγανοί ψίθυροι είχαν αρχίσει στο ακροατήριο, που αλληλοκοιτάζονταν με απορία.
-Αρκεί, συνέχισε ο μακάριος δικαστής, πιστεύοντας ότι ο κατηγορούμενος είχε ολοκληρώσει την τρίτη του απάντηση.
Κατηγορείσαι ενώπιον του δικαστηρίου, πρώτον, για διατάραξη της νυχτερινής ησυχίας, δεύτερον για ατιμωτική βιαιοπραγία εις βάρος γυναικός ελευθερίων ηθών, τρίτον για αντίσταση και ανυπακοή στους τοξοβόλους της φρουράς του βασιλιά και αφέντη μας. Απολογήσου για όλα αυτά. Εσύ, γραμματέα, κατέγραψες όσα είπε ο κατηγορούμενος ως τώρα;
Σ’ αυτή τη στενόχωρη ερώτηση ακούστηκε ένα ξέσπασμα γέλιου που ξεκίνησε από τον γραμματέα κι έφτασε ως το ακροατήριο, ένα γέλιο τόσο ξέφρενο, τόσο τρελό, τόσο μεταδοτικό, τόσο καθολικό, που ακόμη και οι δύο κουφοί το αντιλήφθηκαν. Ο Κουασιμόδος στράφηκε ορθώνοντας επιτιμητικά την καμπούρα του, ενώ ο κύριος Φλοριάν, κατάπληκτος, και νομίζοντας τελικά ότι οι θεατές γελούσαν επειδή ο κατηγορούμενος είχε δώσει κάποια θρασύτατη απάντηση –και αυτή του την εντύπωση την ενίσχυε το σήκωμα των ώμων του Κουασιμόδου-, του είπε αγανακτισμένος:
-Θα έπρεπε να σε κρεμάσουν για την απάντησή σου, ηλίθιε! Ξέρεις σε ποιον μιλάς;

 - ΒΙΚΤΩΡ ΟΥΓΚΩ «Η ΠΑΝΑΓΙΑ ΤΩΝ ΠΑΡΙΣΙΩΝ»

Δευτέρα, 9 Ιουλίου 2012


Τὸ παραμύθι ἑνὸς ραγισμένου ἔρωτα


Μιὰ φορὰ κι ἕνα καιρό,
ἦταν ἕνα γραμμόφωνο.
Ἕνα ὁλομόναχο γραμμόφωνο.
Μὰ μπορεῖ καὶ νὰ μὴν ἤτανε γραμμόφωνο
καὶ νά ῾ταν μόνο ἕνα τραγούδι,
ποὺ ζητοῦσε ἕνα γραμμόφωνο,
γιὰ νὰ πεῖ τὸ καημό του.

Μιὰ φορὰ κι ἕνα καιρό,
ἦταν ἕνας Ερωτας.
Ἕνας ὁλομόναχος Ἔρωτας
ποὺ γύριζε μὲ μία πλάκα στὴ μασχάλη,
γιὰ νὰ βρεῖ ἕνα γραμμόφωνο
γιὰ νὰ πει τὸ καημό του.

«Ἔρωτα μὴ σὲ πλάνεψαν
ἄλλων ματιῶν μεθύσια
καὶ μέσ᾿ τὰ κυπαρίσια
περνᾷς μὲ μι᾿ ἄλλη νιά;
Ἔρωτ᾿ ἀδικοθάνατε,
Ἔρωτα χρυσομάλλη,
ἂν σ᾿ εἶδαν μὲ μιὰν ἄλλη,
ἦταν ἡ Λησμονιά».

Μιὰ φορὰ κι ἕνα καιρό,
δὲν ἦταν ἕνας ἔρωτας,
δὲν ἦταν ἕνας πόνος.
Ἦταν μισὸς ἔρωτας -μισὸς πόνος-
καὶ μιὰ μισὴ πλάκα,
πού ῾λεγε τὸ μισό της σκοπό:
«Ἔρωτα μὴ σὲ... Ἔρωτα μὴ σὲ...
ἔρωτα μισέ... ἔρωτα μισέ...»


Θέ μου!
Μὰ δὲ βρίσκεται ἕνα χέρι!
Ἕνα πονετικὸ χέρι,
γιὰ ν᾿ ἀνασηκώσει τὴ βελόνα
καὶ ν᾿ ἀκουστεῖ ξανά,
ὁλόκληρος ὁ Ἔρωτας.


(Τέσσερα Ποιήματα ἀπὸ τὴν συλλογή: 
«Κάτω Ἀπὸ Τὰ Κάστρα Τῆς Ἐλπίδας»


Τετάρτη, 4 Ιουλίου 2012


"Να διδάσκεις (docere), να συναρπάζεις (delectare), να συγκινείς και να πείθεις (movere). Για να τελεστούν με τον καλύτερο τρόπο αυτές οι λειτουργίες, η ρητορική σύμφωνα με τον Κικέρωνα πρέπει να συνδυάζει την ομορφιά του λόγου (eloquentia) με τη φιλοσοφική παιδεία (sapientia). H σοφία που στερείται ευγλωττίας δεν ωφελεί την κοινωνία, αλλά μία ευγλωττία που στερείται σοφίας είναι στις περισσότερες περιπτώσεις ιδιαίτερα επιβλαβής και σε καμία περίπτωση ωφέλιμη (de inventione 1,1). Η θεωρία αυτή -που ενστερνίζεται το ιδανικό του vir bonus dicenti peritus (τον "ενάρετο, ικανό στον λόγο, άνθρωπο") του Κάτωνα, αφήνοντας πίσω της τη συνταγή rem tene, verba sequentur ("πρώτα οι ιδέες κι έπειτα οι λέξεις")- θα αποτελέσει το επίκεντρο των ώριμων έργων του Κικέρωνα (De oratore, Bruto oratore), τα οποία εμπνέονται όλα από το πρότυπο του πλατωνικού διαλόγου και υπογραμμίζουν την απόστασή τους από τον τεχνικισμό των σύγχρονων εγχειριδίων και φυλλαδίων των λατίνων ρητόρων. Ο ρήτορας που μπορεί να συνδυάσει την εξαίρετη τεχνική της eloquentia με τη sapientia, θα είναι ο ιδανικός πολιτικός. Επιπλέον, θα είναι κάτι σαν θεός μεταξύ των ανθρώπων. Αυτό το δίπολο της eloquentia-sapientia γίνεται κυρίαρχη αρετή και καθολική επιστήμη. Ωστόσο, η προτεραιότητα -ή μάλλον η εμμονή- του Κικέρωνα παραμένει πάντα η πολιτική: γι'αυτόν, όπως και για την μακραίωνη προγενέστερη παράδοση, ο λόγος όχι μόνον εκπροσωπεί το πιο εμφανές στοιχείο της ανωτερότητας του ανθρώπου απέναντι στα ζώα, όχι μόνον εγγυάται φήμη, τιμές και κύρος στον ρήτορα, αλλά κυρίως προσφέρει αναρίθμητα οφέλη στην Πολιτεία."

Παρασκευή, 22 Ιουνίου 2012


"Τρόμαξα,είδα για πρώτη φορά πόσο δημιουργική είναι η επέμβαση του ανθρώπου και πόσο μεγάλη η ευθύνη του.Αν η πραγματικότητα δεν παίρνει τη μορφή που θέμε,εμείς φταίμε΄ό,τι δεν πεθυμήσαμε αρκετά,αυτό το λέμε ανύπαρχτο΄πεθύμησέ το,πότισέ το με το αίμα σου,με τον ιδρώτα και τα δάκρυα,και θα πάρει κορμί.Η πραγματικότητα τίποτ'άλλο δεν είναι παρά η υποταγμένη στην πεθυμιά μας και στον πόνο μας χίμαιρα."


   "Ο άνθρωπος δεν αντέχει στην απόλυτη λευτεριά΄μια τέτοια λευτεριά τον φέρνει στο χάος΄αν ήταν μπορετό να γεννιόταν άνθρωπος με απόλυτη λευτεριά,το πρώτο χρέος του,αν ήθελε να'ναι χρήσιμος απάνω στη γης,θα'ταν να περιορίσει τη λευτεριάν αυτή΄μονάχα σ'ένα ορισμένο,περιορισμένο αλώνι αντέχει ο άνθρωπος να δουλέψει."


   "Ο δημιουργός παλεύει με ουσία σκληρή,αόρατη,ανώτερή του΄κι ο πιο μεγάλος νικητής βγαίνει νικημένος΄γιατί πάντα το πιο βαθύ μας μυστικό,το μόνο που άξιζε να ειπωθεί,μένει ανείπωτο.Δεν υποτάζεται ποτέ αυτό στο υλικό περίγραμμα της τέχνης΄πλαντούμε στην κάθε λέξη΄βλέπουμε ένα δέντρο ανθισμένο,ένα ήρωα,μια γυναίκα,το άστρο της αυγής και φωνάζουμε: Αχ! και τίποτ'άλλο δεν μπορεί να χωρέσει τη χαρά μας.Όταν το Αχ! αυτό θελήσουμε,αναλύοντάς το,να το κάμουμε στοχασμό και τέχνη,να το μεταδώσουμε στους ανθρώπους,να το σώσουμε από την ίδια μας τη φθορά,πώς ξευτελίζεται σε λόγια αδιάντροπα,βαμμένα,γεμάτα αέρα και φαντασία!
    Κι όμως,αλίμονο! τρόπος άλλος να μεταδώσουμε στους ανθρώπους το μόνο αθάνατο μέσα μας,το Αχ! ετούτο,δεν υπάρχει.Οι λέξες! οι λέξες! Άλλη για μένα σωτηρία,αλίμονο,δεν υπάρχει.Δεν έχω στην εξουσία μου παρά είκοσι τέσσερα μολυβένια στρατιωτάκια,τα είκοσι τέσσερα γράμματα της αλφαβήτας,θα κηρύξω επιστράτεψη,θα σηκώσω στρατό,θα παλέψω με το θάνατο.
    Ξέρω καλά πως ο θάνατος δε νικιέται΄μα η αξία του ανθρώπου δεν είναι η Νίκη,παρά ο αγώνας για τη Νίκη.Και ξέρω ακόμα ετούτο,το δυσκολώτερο:δεν είναι ούτε ο αγώνας για τη Νίκη΄η αξία του ανθρώπου είναι μια μονάχα,ετούτη:να ζει και να πεθαίνει παλικαρίσια και να μην καταδέχεται αμοιβή.Κι ακόμα ετούτο,το τρίτο,ακόμα πιο δύσκολο:η βεβαιότητα,πως δεν υπάρχει αμοιβή,να μη σου κόβει τα ήπατα παρά να σε γεμίζει χαρά,υπερηφάνια κι αντρεία."


   "Κάθε άρτιος άνθρωπος έχει μέσα του,στην καρδιά της καρδιάς του,ένα κέντρο μυστικό και γύρα του περιστρέφουνται τα πάντα΄ο μυστικός αυτός στρόβιλος δίνει ενότητα στο στοχασμό και στην πράξη μας,και μας βοηθάει να βρούμε ή να εφεύρουμε την αρμονία του κόσμου.'Άλλοι έχουν τον έρωτα,άλλοι τη δίψα της μάθησης,άλλοι την καλοσύνη ή την ομορφιά΄ή τη λαχτάρα του χρυσαφιού και της εξουσίας΄κι όλα τ'αξιολογούν και τα υποτάζουν στο κεντρικό τους αυτό πάθος.Αλίμονο στον άνθρωπο που μέσα του δε νιώθει να τον κυβερνάει ένας απόλυτος μονάρχης΄η ζωή του κατασκορπίζεται ακυβέρνητη κι ασυνάρτητη σε όλους τους ανέμους."




από την Αναφορά στον Γκρέκο του Νίκου Καζαντζάκη

Τρίτη, 19 Ιουνίου 2012

"Στον κόσμο αυτό υπάρχει πάντα ένα άτομο
που περιμένει ένα άλλο, είτε στη μέση μιας ερήμου
είτε στη μέση μιας μεγάλης πόλης
Κι όταν οι δύο αυτοί άνθρωποι διασταυρώνονται
και οι ματιές τους σμίγουν,
το παρελθόν και το μέλλον χάνουν τη σημασία τους
και το μόνο πράγμα που υπάρχει είναι εκέινη η στιγμή
μαζί με την απίστευτη βεβαιότητα ότι τα πάντα
κάτω από τον ήλιο είναι γραμμένα από το ίδιο Χέρι
το Χέρι που αφυπνίζει την Αγάπη..."



- Paulo Coelho
Ρώτησαν κάποτε το Ναστραντίν Χότζα:
" Όταν γίνεται ένα καινούργιο φεγγάρι, το παλιό τι το κάνουν;"
Κι αυτός απάντησε:

"Το ψαλιδίζουν και το κάνουν άστρα"

(Απόσπασμα από το βιβλίο "Μέσα στις Φλόγες" της Διδώ Σωτηρίου)

Κυριακή, 3 Ιουνίου 2012

"  Η απόφαση να υιοθετήσεις τη ροπή σου για τη λογοτεχνία σαν να ήταν η μοίρα σου θα πρέπει να μετατραπεί σε δουλεία, σε τίποτα λιγότερο από σκλαβιά. Για να σου το εξηγήσω μ'έναν παραστατικό τρόπο, θα σου πώ ότι μόλις έκανες αυτό που έκαναν, ως φαίνεται, ορισμένες κυρίες του 19ου αιώνα τρομοκρατημένες με τα κιλά τους, οι οποίες, προκειμένου ν'αποκτήσουν τη σιλουέτα συλφίδας, κατάπιναν μια ταινία. Είχες ποτέ την ευκαιρία να γνωρίσεις κάποιον που φέρει στα σπλάχνα του αυτό το φοβερό παράσιτο; Εγώ ναι, και μπορώ να σε διαβεβαιώσω ότι αυτές οι κυρίες ήταν ηρωίδες, μάρτυρες της ομορφιάς. Στις αρχές της δεκαετίας του '60, στο Παρίσι, είχα έναν καταπληκτικό φίλο, τον Χοσέ Μαρία, έναν νεαρό Ισπανό, ζωγράφο και κινηματογραφιστή, που έπασχε από αυτή την ασθένεια. Μόλις η ταινία εγκατασταθεί στον οργανισμό, ταυτίζεται μαζί του, τρέφεται απ'αυτόν, μεγαλώνει και δυναμώνει εις βάρος του, ενώ είναι πολύ δύσκολο να εκδιωχθεί από αυτό το σώμα χάρη στο οποίο ευημερεί, και το οποίο έχει αποικήσει. Ο Χοσέ Μαρία αδυνάτιζε παρά το γεγονός ότι έπρεπε να τρώει και να πίνει υγρά (κυρίως γάλα) διαρκώς, για να κατευνάσει την ανησυχία του ζώου που είχε βρει καταφύγιο στα έντερά του, καθώς, εάν δεν το έκανε, η αδιαθεσία του γινόταν ανυπόφορη. Όμως ότι έτρωγε και έπινε δεν ήταν για δικό του κέφι και ευχαρίστηση, αλλά για την ταινία. Μια μέρα που μιλούσαμε σ'ένα μικρό μπιστρό του Μονπαρνάς με κατέπληξε με την ακόλουθη εξομολόγηση: "Κάνουμε τόσα πράγματα μαζί. Πηγαίνουμε σινεμά, πηγαίνουμε σε εκθέσεις, ψάχνουμε σε βιβλιοπωλεία και μιλάμε με τις ώρες για πολιτική, για βιβλία,για φιλμ, για κοινούς φίλους. Κι εσύ νομίζεις ότι εγώ τα κάνω όλα αυτά με τον ίδιο τρόπο που τα κάνεις εσύ. Αλλά κάνεις λάθος. Εγώ τα κάνω για κείνη, για την ταινία. Αυτή την εντύπωση έχω: ότι τώρα όλη μου την ζωή δεν την ζω για μένα αλλά γι'αυτό που έχω μέσα μου, του οποίου δεν είμαι πια παρά ένας υπηρέτης".
  Από τότε μου αρέσει να παρομοιάζω την κατάσταση του συγγραφέα μ'εκείνη του φίλου μου Χοσέ Μαρία όταν είχε μέσα του την ταινία. Η λογοτεχνική κλίση δεν είναι διασκέδαση, σπορ, ένα εκλεπτυσμένο παιχνίδι που παίζεται τον ελεύθερο χρόνο. Είναι μία πλήρης και αποκλειστική απασχόληση, μια απόλυτη προτεραιότητα, μια δουλεία που έχει επιλεγεί ελεύθερα και μετατρέπει τα θύματά της (τα ευτυχισμένα θύματά της) σε σκλάβους. Όπως με την ταινία του φίλου μου στο Παρίσι, η λογοτεχνία γίνεται μια μόνιμη δραστηριότητα, κάτι που καταλαμβάνει την ύπαρξη, που υπερβαίνει τις ώρες που αφιερώνει κανείς στο γράψιμο και διαποτίζει όλες τις άλλες ασχολίες, καθώς η λογοτεχνική κλίση τρέφεται από την ζωή του συγγραφέα όπως ακριβώς η επιμήκης ταινία από τα σώματα στα οποία εισβάλλει. Ο Φλομπέρ έλεγε: "Το γράψιμο είναι τρόπος ζωής". Με άλλα λόγια, όποιος έκανε δική του αυτή την όμορφη και απαιτητική κλίση δεν γράφει για να ζει, αλλά ζει για να γράφει."

Σάββατο, 2 Ιουνίου 2012

Ο φύλακας στη σίκαλη, J.D. Salinger


Τελειώναμε την Τρίτη γυμνασίου και ήταν όμορφη χρονιά. Ειδικά εκείνη η άνοιξη ήταν υπέροχη και εμείς ήδη μπαίναμε στο καλοκαίρι. Ήταν ωραία όταν τα απογεύματα μαζευόμασταν να παίξουμε βόλεϊ, ή όταν περπατάγαμε ατέλειωτες φορές την ίδια διαδρομή μιλώντας για όσα μιλιούνται ή όταν αντιγράφαμε cd γιατί δεν ήταν ακόμα δημοφιλές να κατεβάζεις τραγούδια από το youtube.
Την τελευταία Κυριακή, μας μάζεψε η φιλόλογος σπίτι της και μας μαγείρεψε. Μας έδειχνε τα βιβλία της και μας πρότεινε να διαβάσουμε το «Φύλακα στη σίκαλη». Μετά από πολλά χρόνια, εξακολουθώ να την θυμάμαι κάθε φορά που βλέπω το βιβλίο σε προσφορά στον Παπασωτηρίου ή στην Πρωτοπορία. Ίσως, παρόλα αυτά να μην το διάβαζα ποτέ. «Κλασσικό είναι ένα βιβλίο που όλοι μιλάνε για αυτό αλλά κανείς δεν το έχει διαβάσει». Το πρόβλημα είναι ότι το διάβασαν η Δ. και η Ν.. Και το χειρότερο, διαφώνησαν σχετικά με τη λογοτεχνική του αξία. Η γνώμη μου άρχισε τότε να αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Σχεδόν «αναγκάστηκα» να το διαβάσω.
Ξεχώρισα πιο πολύ τα σημεία εκείνα που μιλάγανε για τη μοναξιά μέσα στην πόλη. Τη μοναξιά που νιώθεις όταν είσαι με πολλούς ανθρώπους γύρω σου.

«Δεν του απάντησα. Το μόνο που έκανα, ήταν που σηκώθηκα και πήγα και κοίταξα από το παράθυρο. Ξαφνικά ένιωθα πολύ μονάχος μου. Σχεδόν παρακάλαγα να είχα πεθάνει.»

«Ήταν σκέτη θλίψη, ακόμα και έξω στο δρόμο. Δεν άκουγες πια ούτε αυτοκίνητα να περνάνε. Ένιωθα τόσο μονάχος και χάλια που μου ‘ρθε μια διάθεση να ξυπνήσω τον Άκλεϋ.»

«Αυτό που το έκανε ακόμα χειρότερο είναι που έξω είχε τέτοια ησυχία και ερημιά και ας ήτανε σαββατόβραδο. Στον δρόμο δεν έβλεπες σχεδόν ψυχή. Καμιά φόρα μόνο έβλεπες κανέναν άντρα με μια κοπέλα, που περνάγανε απέναντι αγκαλιασμένοι από τη μέση, ή καμιά αλητοπαρέα με τα κορίτσια τους, που γελάγανε σαν ύαινες χωρίς να υπάρχει τίποτα αστείο- στοίχημα πήγαινες. Η Νέα Υόρκη είναι σκέτη φρίκη άμα χαχανίζει κανείς  στο δρόμο πολύ αργά τη νύχτα. Τον ακούς μίλια μακριά. Και αυτό σε κάνει να νιώθεις πολύ μονάχος και λυπημένος.»

«Μετά γύρισα πάλι και έπεσα στο κρεβάτι. Έκανα κάμποσο να κοιμηθώ –δεν ήμουνα καθόλου κουρασμένος- αλλά στο τέλος κοιμήθηκα. Το μόνο που ήθελα στην πραγματικότητα ήταν να αυτοκτονήσω. Μου ‘ρχόταν να σαλτάρω από το παράθυρο. Κι εδώ που τα λέμε μπορεί και να το ‘κανα, αρκεί να ήμουνα σίγουρος ότι θα βρισκόταν κάποιος να με σκεπάσει μόλις θα ‘σκαγα κάτω. Δεν ήθελα να μαζευτούν τίποτα περίεργοι και να με χαζεύουν που θα ΄χα γίνει λιώμα.»

«Τίποτα δεν θα είχε αλλάξει. Ο μόνος αλλιώτικος θα ήσουνα εσύ. Όχι πως θα είχες μεγαλώσει πολύ ή κάτι τέτοιο. Δεν θα ΄ταν  αυτό ακριβώς. Μόνο που να, θα ήσουνα αλλιώτικος, αυτό είναι όλο. Ας πούμε, αυτή τη φορά θα φόραγες πανωφόρι. Ή εκείνο το παιδί που ήταν ταιράκι σου στη γραμμή την περασμένη φορά, θα είχε τώρα οστρακιά και θα ήσουν με καινούριο ταιράκι. Ή πάλι θα συνόδευε την τάξη κάποιος άλλος αντί για τη μις Έιγκλετίνγκερ. Ή θα είχες ακούσει τη μάνα σου και τον πατέρα σου να αρπάζονται άγρια στο μπάνιο πρωινιάτικα. Ή στο δρόμο θα είχες προσπεράσει κάτι λακκούβες με νερό και βενζινολαδιές, που κάνανε ουράνια τόξα. Θέλω να πω, θα ήσουν αλλιώτικος με κάποιο τρόπο- καλύτερα δεν γίνεται να το εξηγήσω. Μα κι αν ακόμα το μπορούσα, και πάλι δε νομίζω πως θα είχα διάθεση.»

Τετάρτη, 30 Μαΐου 2012

Στην πόλη


Θα περπατήσω ως την επόμενη στάση
και θα κοιτάω τους ανθρώπους  που περπατάνε
ή μένουν ακίνητοι.
Και θα κοιτάω τις παράλληλες γραμμές στον ουρανό,
τα δορυφορικά πιάτα, τις κεραίες της τηλεόρασης
και τα τρόλεϊ.
Πάντα θα κοιτάω τα τρόλεϊ
και τα λεωφορεία και τα ταξί,
 τους πλανόδιους,
 τα καφάσια με τα φρούτα,
 τους φοιτητές,
τους αποχαιρετισμούς στις αποβάθρες,
τα διαφημιστικά φυλλάδια,
τα πλακάκια στο πεζοδρόμιο,
τα σήματα κυκλοφορίας,
τα STOP.
Το φανάρι είναι πράσινο.
Κοιτάω τα μάτια σου.
Περνάω απέναντι.