«Πήγα στα δάση γιατί θέλησα να ζήσω με σκοπό, θέλησα να ζήσω βαθειά, να ρουφήξω το μεδούλι της ζωής, να αποδιώξω ότι δεν ήτανε ζωή και όχι όταν πεθάνω ν’ ανακαλύψω πως δεν έζησα…»


Τετάρτη, 30 Μαΐου 2012

Στην πόλη


Θα περπατήσω ως την επόμενη στάση
και θα κοιτάω τους ανθρώπους  που περπατάνε
ή μένουν ακίνητοι.
Και θα κοιτάω τις παράλληλες γραμμές στον ουρανό,
τα δορυφορικά πιάτα, τις κεραίες της τηλεόρασης
και τα τρόλεϊ.
Πάντα θα κοιτάω τα τρόλεϊ
και τα λεωφορεία και τα ταξί,
 τους πλανόδιους,
 τα καφάσια με τα φρούτα,
 τους φοιτητές,
τους αποχαιρετισμούς στις αποβάθρες,
τα διαφημιστικά φυλλάδια,
τα πλακάκια στο πεζοδρόμιο,
τα σήματα κυκλοφορίας,
τα STOP.
Το φανάρι είναι πράσινο.
Κοιτάω τα μάτια σου.
Περνάω απέναντι.

Κυριακή, 20 Μαΐου 2012

Γυναίκες, Τσαρλς Μπουκόφσκι


Τον τελευταίο καιρό ένιωθα μέσα μου ανυπέρβλητη επιθυμία να διαβάσω κάτι από Μπουκόφσκι. Χρειαζόμουν ένα ισχυρό σοκ. Παλιότερα είχα διαβάσει ένα βιβλίο με ημερολογιακά κείμενα «Ο καπετάνιος έχει κόψει αλυσίδα. Το πλοίο είναι στα χέρια των ναυτών». Έψαχνα το «Η αγάπη είναι ένας σκύλος από την κόλαση». Το καλοκαίρι ένας φίλος μας είχε απαγγείλει στιχάκια όταν περιμέναμε έξω από το θερινό Βοξ, την παρέα να μαζευτεί για να δούμε ταινία. Έπεσε στα χέρια μου το «Γυναίκες».  Είχε τον δικό του τρόπο να με συγκινήσει. Από αυτό σας παραθέτω μερικά αποσπάσματα.

«Ήμουν αυτό που λένε αισθηματίας. Συγκινιόμουν με ένα σωρό χαζά πράγματα: γυναικεία παπούτσια κάτω από ένα κρεβάτι, μια ξεχασμένη φουρκέτα στο νεροχύτη, από τον τρόπο που έλεγαν «πάω να κατουρήσω», από τις κορδέλες τους, όταν τις έβλεπα να διασχίζουν το δρόμο  1.30 το απομεσήμερο, από τα ατέλειωτα βράδια του συντροφικού πιοτού, από τους καβγάδες, τις ψιλοκουβέντες, τότε που σκέφτεται κανείς την αυτοκτονία. Και ακόμα έλιωνα όταν ένιωθα να συντελείται το θαύμα, όταν καθόμουν μαζί τους στο αμάξι μου, όταν αναθυμιόμουν τους έρωτές μου στις 3 τα ξημερώματα, όταν μου έλεγαν ότι ροχαλίζω, όταν άκουγα τα ροχαλητά τους, όταν μόνος μου σε ένα εστιατόριο διάβαζα την εφημερίδα μου και ήθελα να ξεράσω γιατί σκεφτόμουν πως τώρα είναι παντρεμένη με έναν διανοητικά ανάπηρο οδοντίατρο. Όταν έπινα, όταν χόρευα. Όταν φλέρταρα, όταν φλέρταραν. Όταν κοιμόμουν μαζί τους…»

«Και η αγάπη;» Ρώτησε η Βάλερι.
«Η αγάπη δεν παρουσιάζει προβλήματα σε εκείνους που ξέρουν να αντέξουν την ψυχική φόρτιση. Είναι σαν να προσπαθείς να κουβαλήσεις έναν σκουπιδοτενεκέ στην πλάτη σου πάνω από ένα ποτάμι αφρισμένα κάτουρα.»

«Οι ερωτευμένοι συχνά είναι νευρωτικοί, επικίνδυνοι. Χάνουν κάθε αίσθηση προοπτικής και χιούμορ. Γίνονται υστερικοί, ψυχωτικοί, ανιαροί. Καμιά φορά γίνονται και δολοφόνοι.»

«Έτσι και αλλιώς οι ανθρώπινες σχέσεις είναι αδιέξοδες. Μόνο οι δυο πρώτες βδομάδες έχουν ενδιαφέρον, μετά τα πράγματα γίνονται επίπεδα, πλαδαρά. Οι μάσκες πέφτουν και εμφανίζονται τα αληθινά πρόσωπα: τρελοί, ηλίθιοι, παρανοϊκοί, εκδικητικοί, σαδιστές, δολοφόνοι. Η σύγχρονη κοινωνία έχει δημιουργήσει ανθρώπους που κατασπαράσουν ο ένας τον άλλον. Κανίβαλοι. Τα πάντα μοιάζουν με μονομαχία μέχρι θανάτου που διαδραματίζεται πάνω σε ένα τραπέζι μπιλιάρδου…  Η μεγαλύτερη διάρκεια που μπορούμε να ελπίζουμε για μια σχέση μας είναι δυόμισι χρόνια.»

                                                                (Μετάφραση: Χρύσα Τσαλικίδου, εκδόσεις: Οδυσσέας)
                          

Δευτέρα, 7 Μαΐου 2012

 Το να βγάζεις ένα βιβλίο στην Ελλάδα, είναι συχνά ένα πρόβλημα. Ακόμα συχνότερα, είναι μια περιπέτεια. 
 Σε γενικές γραμμές, τα κυριότερα προβλήματα που αντιμετωπίζεις όταν βγάζεις ένα βιβλίο, στην χώρα αυτή, είναι:
  1. Να βρεις ποιος θα το εκδώσει.
    Και μετά:
  2. Να βρεις ποιος θα το διαβάσει.
    Για ορισμένους συγγραφείς υπάρχει και τρίτο πρόβλημα:
  3. Να βρεις ποιος θα το γράψει.
    Στην Ελλάδα όλοι οι άνθρωποι είναι λίγο συγγραφείς - εκτός από μερικούς συγγραφείς...


 Δεν μ' αρέσει να παίρνω τραγικό ύφος, όσο κι αν το βιβλίο, απ'όποια σκοπιά και αν το δεις, είναι μια τραγική ιστορία. Θα μιλήσω όμως για κάποια άλλα πράγματα που ζει ένας συγγραφέας στο περιθώριο της προσωπικής του τραγωδίας.
Όταν βγάζεις ένα βιβλίο πρέπει:
  1. Να στείλεις το βιβλίο που έγραψες στους φίλους σου - όσους σου έμειναν:
    Και:
  2. Να περιμένεις να απαντήσουν, σύμφωνα με τους κανόνες της καλής συμπεριφοράς - όση τους έμεινε.
    Υπάρχει και ένα τρίτο πρόβλημα:
  3. Να μην σου απαντήσει κανείς!
 Γενικά στην Ελλάδα, οι άνθρωποι δεν απαντούν σχεδόν ποτέ, όταν τους στέλνεις ένα βιβλίο. Είναι πιθανό να σου απαντήσουν αν τους στείλεις μία βιντεοκασέτα, ένα ημερολόγιο τοίχου ή μία φωτογραφία της Μαρίας Αλιφέρη από το "Όσα παίρνει ο Άνεμος..."
 Το βιβλίο, όμως, είναι κάτι άλλο. Είναι ένα αβάσταχτο βάρος που δεν το θέλει κανείς.
 Έχει τύχει να συναντήσω φίλους στον δρόμο και να τους ρωτήσω: "Πήρες το βιβλίο που σου έστειλα;" Οι περισσότεροι απαντούν βιαστικά: "Ναι, το πήρα". Και ορμούν την ίδια ώρα στο απέναντι πεζοδρόμιο με κόκκινο - με κίνδυνο να τους πατήσει αυτοκίνητο!
 Άλλοι πάλι χλωμιάζουν και σου απαντούν ταραγμένα "Όχι, δεν πήρα τίποτε". Είναι σαν να τους ρώτησες αν έκαναν υπεξαίρεση στην Εθνική Τράπεζα. Μερικοί ρίχνουν και λοξές ματιές γύρω τους, μην τυχόν τους ακούει κανένας εισαγγελέας.
 Το έχω ξαναπεί. Το βιβλίο στην Ελλάδα είναι λίγο σαν ποινικό αδίκημα. Κανένας δεν θέλει να είναι συνεργός.
 Όλοι σ' αφήνουν να κάτσεις στο σκαμνί μόνος σου...

 Υπάρχει βέβαια και η κατηγορία των ανθρώπων που σου λένε ότι διάβασαν το βιβλίο σου, χωρίς να το έχουν διαβάσει. Στην Ελλάδα αυτή η κατηγορία είναι ο κανόνας.
 Πριν από λίγο καιρό έγραψα την "Εκτέλεση", ένα βιβλίο γύρω από την δολοφονία ενός πολιτικού του αιώνα μας. Πίστευα ότι είχα γράψει ένα δραματικό βιβλίο, ως τη μέρα που πήρα μία κάρτα από ένα φίλο υπουργό, στον οποίο είχα την έμπνευση να το στείλω. Η κάρτα έγραφε: 
" Αγαπητέ φίλε,
Πολύ χάρηκα με το διασκεδαστικό και πνευματώδες βιβλίο σου. Το τελείωσα χτες και γελάω ακόμα! Τι άλλο να σου πω; Μπράβο, μπράβο, μπράβο.
Με τιμή
(υπογραφή δυσανάγνωστη)

Υ.Γ. Και πάλι μπράβο."

Ποτέ δεν φανταζόμουν ότι η εκτέλεση ενός ανθρώπου μπορεί να είναι διασκεδαστικό και πνευματώδες βιβλίο, αλλά όλα πρέπει να τα περιμένεις από έναν πολιτικό - ιδίως από την ώρα που αποφάσισε να γίνει πολιτικός...

(απόσπασμα από το βιβλίο "Τρελαθήκαμε εντελώς;" του Φρέντυ Γερμανού)