«Πήγα στα δάση γιατί θέλησα να ζήσω με σκοπό, θέλησα να ζήσω βαθειά, να ρουφήξω το μεδούλι της ζωής, να αποδιώξω ότι δεν ήτανε ζωή και όχι όταν πεθάνω ν’ ανακαλύψω πως δεν έζησα…»


Παρασκευή, 22 Μαρτίου 2013

Επίλογος- Μανόλης Αναγνωστάκης

Κι ὄχι αὐταπάτες προπαντός.
Τὸ πολὺ πολὺ νὰ τοὺς ἐκλάβεις σὰ δυὸ θαμποὺς
προβολεῖς μὲς στὴν ὁμίχλη
Σὰν ἕνα δελτάριο σὲ φίλους ποὺ λείπουν
μὲ τὴ μοναδικὴ λέξη: ζῶ.
«Γιατὶ» ὅπως πολὺ σωστὰ εἶπε κάποτε κι ὁ φίλος μου ὁ Τίτος,
«κανένας στίχος σήμερα δὲν κινητοποιεῖ τὶς μᾶζες
κανένας στίχος σήμερα δὲν ἀνατρέπει καθεστῶτα.»

Ἔστω.
Ἀνάπηρος, δεῖξε τὰ χέρια σου. Κρῖνε γιὰ νὰ κριθεῖς.

Για την Α. και για όλους τους φίλους που λείπουν.
Για τον Γ. που πρέπει να αφήσει την Πολυδούρη και να επιστρέψει στον Τίτο Πατρίκιο.
Για την Μ. που θα της άρεσαν δυο θαμποί προβολείς μες την ομίχλη.
Για τον  Α. που κινητοποιεί μάζες και ανατρέπει καθεστώτα.
Για τον Δ. που κάθε μέρα με κρίνει και κρίνεται.

Καληνύχτα.


Σάββατο, 16 Μαρτίου 2013

Οδυσσέας (Ulysses)


Ανάξιο είναι στην ήρεμη γωνιά μου,
σαν οκνός βασιλιάς στ' άγονα βράχια,
στο πλάι γριάς συμβίας, να μοιράζω
άνισους νόμους σε τραχιούς ανθρώπους
που τρώνε, θησαυρίζουν και κοιμούνται
και δε με νιώθουν. 

Δεν μπορώ να πάψω
να ξεκινάω για νέα ταξίδια πάντα.
Θέλω να πιω της ζωής τη στερνή στάλα.
Έχω χαρεί πολύ, πολλά υποφέρει
μονάχος μου ή μ' αυτούς που μ΄αγαπούσαν,
έξω σ' ακρογιαλιές ή όταν μπουρίνια
ξεσπούσανε κι οι Δωδωναίες οι Νύμφες
τη σκοτεινή τη θάλασσα ταράζαν.

Στης φήμης τα φτερά ζει τ' όνομά μου,
κ' η αχόρταγη καρδιά καινούριο πόθο
πάντα διψάει, κι ας γνώρισα κι ας είδα
σ' άλλες χώρες πως ζουν πως κυβερνούνε.
Κι εγώ μικρός δεν είμαι, αφού με αγάπη
με τίμησαν παντού κι έχω γνωρίσει
την ηδονή της μάχης πολεμώντας
στης Τροίας της ανεμόδαρτης τους κάμπους
τους βουερούς μαζί με τους συντρόφους.
Απ' όσα γνώρισα ειμ' εγώ ένα μέρος
μα ό,τι είδα κι ό,τι ξέρω λες και μοιάζει
με θόλο αψιδωτό που ανάμεσό του
φαντάζει κόσμος άγνωστος και πάντα
τα σύνορά του, όσο σιμώνω, σβήνουν.
Δεν αξίζει κανείς να σταματάει,
να μη λάμπει σε δράση να σκουριάζει
γιατί δε φτάνει μόνο ν' ανασαίνεις.
Τα χρόνια της ζωής μας είναι λίγα,
και τώρα ζωή λίγη μου απομένει
μα και μιαν ώρα μόνο σαν μπορέσεις
απ' την παντοτινή σιωπή ν' αδράξεις,
πολλά πράματα νέα θα δεις, θα μάθεις.
Θα 'μουν δειλός αν ήθελα, για λίγο
καιρό ακόμα που θα χαρώ τον ήλιο,
στον κόσμο εδώ να ζω με φρονιμάδα,
αφού κεντρίζει την ψυχή μου ο πόθος
να κυνηγώ τη Γνώση πέρα από τα όρια
της ανθρώπινης σκέψης, σαν αστέρι.

Στο γιό μου τώρα τον αγαπημένο
Τηλέμαχο, που ξέρει τη δουλειά του,
το νησί και το σκήπτρο μου χαρίζω.
Έναν τραχύ με φρόνηση θα πραϋνει
λαό, με γλυκό τρόπο θα του δείχνει
εκείνο που ωφελεί και που συμφέρει.
Είναι άψογος, πιστός στο κοινό χρέος,
και στα σπλάχνα θερμήν αγάπη κρύβει,
λατρεύει τους θεούς μας τους εφέστιους.
Εγώ σα φύγω μένει αυτός. Κι οι δυό μας
κάνουμε το έργο που ο καθείς μας θέλει.

Εκεί είναι το λιμάνι. Το καράβι
με πανιά σηκωμένα περιμένει,
το πέλαο το πλατύ πέρα μαυρίζει.
Ναύτες που αγωνιστήκατε μαζί μου
μ' αντρεία ψυχή στις έγνοιες και στο μόχτο,
που με καρδιά καλή και αταραξία
δεχτήκατε με χαμογέλο πάντα
το λαμπερό ουρανό ή τους κεραυνούς του,
είμαστε γέροι, αλλά τα συνοδεύουν
πάντα τα γηρατειά, η τιμή, το χρέος.
Όλα τα σβήνει ο θάνατος. Μα τώρα,
πριν έρθει, εμείς να κάνουμε μπορούμε
έργο τρανό κι αντάξιο των ανθρώπων
που ακόμα και στους θεούς αντισταθήκαν.
Στους βράχους έξω ανάψανε τα φώτα,
τέλειωσε η μέρα, το φεγγάρι βγαίνει,
μυριόφωνο ολοτρόγυρα μουγκρίζει
το πέλαγος. Ελάτε, ναύτες, τώρα,
δεν είναι αργά για όσους ζητούν καινούριους
κόσμους. Μπρος, φίλοι, σπρώξτε το καράβι
στ' ανοιχτά και καθίστε στην αράδα,
τη θάλασσα αυλακώνετε, χτυπάτε
τα κουπιά ρυθμικά στο βουερό το κύμα´
τι τώρα θέλω πριν με πάρει ο χάρος,
μακριά πολύ να πάω να πελαγίσω
πέρα απ' τη δύση που βυθίζουν τ' άστρα.
Κι αν τα ρέματα δε μας ξεστρατίσουν,
στα νησιά των Μακάρων ίσως βρούμε
το λεοντόκαρδο σύντροφο Αχιλλέα.
Αρκετά κατορθώσαμε, μα πάντα
πολλά μένουν ακόμα για να γίνουν.
Κι αν δυνατοί δεν είμαστε όπως πρώτα
στα παλιά χρόνια, που είχαμε στο χέρι
γη κι ουρανό, είμαστε κατι ακόμα,
γιατί οι καρδιές μας είναι εξίσου αντρείες.
Κι αν ο καιρός κ' η Μοίρα τις κουράσαν,
όμως τη θέλησή τους δεν στομώνουν
για αγώνες νέους, για νέες αναζητήσεις,
και δύναμη καμιά δεν τις δαμάζει.


Άλφρεντ Τέννυσον

(μετάφραση Δ. Σταύρου)














Τετάρτη, 6 Μαρτίου 2013

Ένας γέροντας στην ακροποταμιά

Κι όμως πρέπει να λογαριάσουμε πώς προχωρούμε.
Να ασθάνεσαι δε φτάνει μήτε να σκέπτεσαι μήτε να κινείσαι
μήτε να κινδυνεύει το σώμα σου στην παλιά πολεμίστρα,
όταν το λάδι ζεματιστό και το λιωμένο μολύβι αυλακώνουνε τα τείχια.

Κι όμως πρέπει να λογαριάσουμε κατά πού προχωρούμε, 
όχι καθώς ο πόνος μας το θέλει και τα πεινασμένα παιδιά μας
και το χάσμα της πρόσκλησης των συντρόφων από τον αντίπερα γιαλό
μήτε καθώς το ψιθυρίζει το μελανιασμένο φως στο πρόχειρο νοσοκομείο,
το φαρμακευτικό λαμπύρισμα στο προσκέφαλο του παλικαριού που χειρουργήθηκε το μεσημέρι
αλλά με κάποιον άλλο τρόπο, μπορεί να θέλω να πω καθώς 
το μακρύ ποτάμι που βγαίνει από τις μεγάλες λίμνες τις κλειστές βαθιά στην Αφρική
και ήτανε κάποτε θεός κι έπειτα γένηκε δρόμος και δωρητής και δικαστής και δέλτα
που δεν είναι ποτές του το ίδιο, κατά πού δίδασκαν οι παλαιοί γραμματισμένοι,
κι ωστόσο μένει πάντα το ίδιο σώμα, το ίδιο στρώμα, και το ίδιο Σημείο,
ο ίδιος προσανατολισμός.

Δε θέλω τίποτε άλλο παρά να μιλήσω απλά, να μου δοθεί ετούτη η χάρη.
Γιατί και το τραγούδι το φορτώσαμε με τόσες μουσικές που σιγά-σιγά βουλιάζει
και την τέχνη μας τη στολίσαμε τόσο πολύ που φαγώθηκε από τα μαλάματα το πρόσωπό της
κι είναι καιρός να πούμε τα λιγοστά μας λόγια γιατί η ψυχή μας αύριο κάνει πανιά.

Αν είναι ανθρώπινος ο πόνος δεν είμαστε άνθρωποι μόνο για να πονούμε
γι'αυτό συλλογίζομαι τόσο πολύ, τούτες τις μέρες, το μεγάλο ποτάμι
αυτό το νόημα που προχωρεί ανάμεσα σε βότανα και σε χόρτα
και ζωντανά που βόσκουν κι ξεδιψούν κι ανθρώπους που σπέρνουν και που θερίζουν
και σε μεγάλους τάφους ακόμη και μικρές κατοικίες των νεκρών.
Αυτό το ρέμα που τραβάει το δρόμο του και που δεν είναι τόσο διαφορετικό από το αίμα των ανθρώπων
κι από τα μάτια των ανθρώπων όταν κοιτάζουν ίσια πέρα
χωρίς το φόβο μες στην καρδιά στους,
χωρίς την καθημερινή τρεμούλα για τα μικροπράγματα ή έστω και για τα μεγάλα
όταν κοιτάζουν ίσια-πέρα καθώς ο στρατοκόπος που συνήθισε ν'αναμετρά το δρόμο του με τ'άστρα,
όχι όπως εμείς, την άλλη μέρα, κοιτάζοντας το κλειστό περιβόλι  στο κοιμισμένο αράπικο σπίτι,
πίσω από τα καφασωτά, το δροσερό περιβολάκι ν'αλλάζει σχήμα, να μεγαλώνει και να μικραίνει
αλλάζοντας καθώς κοιτάζαμε, κι εμείς, το σχήμα του πόθου μας και της καρδιάς μας,
στη στάλα του μεσημεριού, εμείς το υπομονετικό ζυμάρι
ενός κόσμου που μας διώχνει και που μας πλάθει,
πιασμένοι στα πλουμισμένα δίχτυα μιας ζωής που ήτανε σωστή κι έγινε σκόνη και βούλιαξε μεσα στην άμμο
αφήνοντας πίσω της μονάχα εκείνο το απροσδιόριστο λίκνισμα που μας ζάλισε μιας αψηλής φοινικιάς.


Κάιρο, 20 Ιουνίου '42





''Ο χρόνος, Γκέοργκ, τι είναι ο χρόνος;


Συνέχισα να σου μιλάω, αν και ήξερα ότι δεν μπορούσες πλέον να καταλάβεις όλα αυτά που σου έλεγα. 
Το σύμπαν είναι πολύ παλιό, είπα, ίσως δεκαπέντε δισεκατομμυρίων χρόνων. Παρ'όλα αυτά, κανείς μέχρι τώρα δεν μπόρεσε να ανακαλύψει πώς γεννήθηκε. Ζούμε μαζί σ'ένα μεγάλο παραμύθι το οποίο κανείς δεν γνωρίζει πραγματικά. Χορεύουμε, παίζουμε, φλυαρούμε, γελάμε σ'έναν κόσμο την γέννηση του οποίου αδυνατούμε να καταλάβουμε. Αυτός ο χορός κι αυτό το παιχνίδι είναι η μουσική της ζωής, είπα. Τη βρίσκεις παντού όπου υπάρχουν άνθρωποι, όπως σε όλα τα τηλέφωνα όπου ακούς το σήμα της ελεύθερης γραμμής. 

Έγειρες το κεφάλι πίσω και με κοίταξες. Τουλάχιστον αυτό με το σήμα της ελεύθερης γραμμής το είχες καταλάβει. Σου άρεσε να σηκώνεις το ακουστικό για να το ακούσεις. 

Ύστερα, Γκέοργκ, σου έθεσα ένα ερώτημα, το ίδιο ερώτημα που θέλω να σου θέσω τώρα που επιτέλους είσαι σε θέση να καταλάβεις. Εξαιτίας αυτού του ερωτήματος σου διηγήθηκα τη μεγάλη ιστορία του κοριτσιού με τα πορτοκάλια. 
Είπα: Φαντάσου ότι βρίσκεσαι πριν από δισεκατομμύρια χρόνια στην γέννηση των πάντων, στο κατώφλι αυτού του παραμυθιού. Κι ότι πρέπει να επιλέξεις αν θα γεννηθείς για να ζήσεις σ'αυτόν τον πλανήτη. Χωρίς να ξέρεις πότε θα ζήσεις και πόσο, σίγουρα πάντως για ένα σύντομο χρονικό διάστημα. Θα ήξερες δηλαδή ότι αν αποφάσιζες να έρθεις κάποτε σ'αυτόν τον κόσμο, θα ήσουν αναγκασμένος να τον εγκαταλείψεις πάλι κάποτε, αυτόν και όλα όσα ήταν σ'αυτόν, όταν θα ωρίμαζε ο χρόνος ή όπως λένε όταν ερχόταν το πλήρωμα του χρόνου. Ίσως να στενοχωριόσουν, επειδή πολλοί βρίσκουν υπέροχη την ζωή σ'αυτό το μεγάλο παραμύθι, τόσο ώστε δακρύζουν όταν σκέφτονται πως κάποτε όλα τελειώνουν. Τόσο καλά μπορεί να είναι εδώ, ώστε προκαλεί μεγάλο πόνο η σκέψη ότι κάποτε δεν θα έρθουν άλλες μέρες. 

Καθόσουν στην αγκαλιά μου και δεν έβγαζες άχνα. Είπα: Τι θα αποφάσιζες, Γκέοργκ, αν σου έθετε αυτό το δίλημμα μια ανώτερη δύναμη; Θα μπορούσαμε ίσως να την φανταστούμε σαν συμπαντική νεράιδα αυτής της μεγάλης και μυστηριώδους περιπέτειας. Θα αποφάσιζες να ζήσεις στη γη, για λίγο ή για πολύ, σε εκατό χιλιάδες ή εκατό εκατομμύρια χρόνια;
Νομίζω ότι πήρα δύο βαθειές ανάσες πριν συνεχίσω, έπειτα είπα με σκληρή φωνή: Ή θ'αρνιόσουν να πάρεις μέρος στο παιχνίδι επειδή δε θα δεχόσουν τους κανόνες του;"



(απόσπασμα από το βιβλίο "Το κορίτσι με τα πορτοκάλια" του Jostein Gaarder)