«Πήγα στα δάση γιατί θέλησα να ζήσω με σκοπό, θέλησα να ζήσω βαθειά, να ρουφήξω το μεδούλι της ζωής, να αποδιώξω ότι δεν ήτανε ζωή και όχι όταν πεθάνω ν’ ανακαλύψω πως δεν έζησα…»


Δευτέρα, 29 Απριλίου 2013

Απόσπασμα από το βιβλίο "η βαρκάρισα της χίμαιρας"


«Άσχετο, αλλά:
Ποτέ μου δεν αγάπησα τους θριαμβευτές. Τους τροπαιούχους.Πάντα με φοβίζει το ποδοβολητό των καβαλάρηδων.Αγάπησα τους μοναχικούς. Τους ορειβάτες. Τους κουρασμένους παλιάτσους.Αγάπησα αυτούς που έχουν ένα στυφό χαμόγελο και ψάχνουν ένα ανθισμένο κλαδί, για να ενωθούν ξανά με τη ζωή.Αυτούς που όταν γλιστρήσουν στη λακκούβα με τα λασπόνερα, γελάνε με το χάλι των ποδιών τους.Καθόλου δε λυπάμαι που με πέταξε έξω από τη δεξίωση ο πορτιέρης, γιατί δε φορούσα το κατάλληλο ένδυμα.Λυπάμαι μόνο που σπατάλησα πολύτιμο χρόνο, ψάχνοντας τις λάθος διευθύνσεις, που μου είχαν χώσει στην τσέπη διάφοροι επιτήδειοι.Λυπάμαι μόνο που δεν μπορώ πια να φοράω κατάσαρκα το βλέμμα των ανθρώπων.»

(της Αλκυόνης Παπαδάκη)

Τετάρτη, 24 Απριλίου 2013

Απόσπασμα από το βιβλίο "ο Μικρός Πρίγκιπας"

Antoine De Saint-Exupery

Μου είπε:
"Αυτή τη νύχτα είναι ένας χρόνος. Το αστέρι μου θα βρίσκεται ακριβώς στον τόπο απ' όπου αποβιβάστηκα πέρσυ..."

"Ανθρωπάκι μου, δεν είναι ένα κακό όνειρο αυτή η ιστορία με το φίδι και την συμφωνία και τ' αστέρι..."

Αλλά δεν απάντησε στην ερώτησή μου. Είπε: 
"Ότι είναι σπουδαίο δεν το βλέπει κανείς..."

"Σωστά..."

"Είναι όπως με το νερό. Αυτό που μου έδωσες να πιω ήταν σαν μουσική, η τροχαλία, το σκοινί....θυμάσαι;...ήταν ωραία."

"Σωστά..."

"Θα κοιτάς τη νύχτα τ' αστέρια. Το δικό μου σπιτάκι είναι πολύ μικρό για να μπορέσω να στο δείξω πού τριγυρνά. Είναι καλύτερα έτσι. Το αστέρι μου για σένα θα είναι ένα από τ'αστέρια. Έτσι θα κοιτάς με ευχαρίστηση όλα τ'αστέρια... Όλα θα είναι φίλοι σου. Και τώρα θα σου χαρίσω ένα δώρο..." Και γέλασε.

"Αχ ανθρωπάκι μου, μικρό ανθρωπάκι! Με πόση ευχαρίστηση ακούω αυτό το γέλιο!"

"Ακριβώς αυτό θα είναι το δώρο μου. Θα είναι όπως με το νερό..."

"Τι θέλεις να πεις;"

"Οι άνθρωποι έχουν αστέρια, μα δεν είναι τα ίδια. 
Για μερικούς που ταξιδεύουν, τ'αστέρια είναι οδηγοί.
Για άλλους δεν είναι παρά μικρά φώτα. Για άλλους πάλι, τους σοφούς, είναι προβλήματα. Για τον έμπορά μου, ήταν χρυσός. Μα όλα αυτά τα αστέρια σιωπούν.
Εσύ, θα έχεις αστέρια, όπως δεν τα έχει κανείς..."

"Τι θέλεις να πεις;"

Όταν τη νύχτα θα κοιτάς τον ουρανό, θα είναι σαν να σου γελούν όλα τα αστέρια, γιατί εγώ θα κατοικώ σε ένα από αυτά, γιατί εγώ θα γελώ σε ένα από αυτά. Εσύ μόνο θα έχεις αστέρια που θα μπορούν να γελούν!" 
Και ξαναγέλασε.

- Αντουάν Ντε Σαίντ Εξυπερύ 
(εκδόσεις Φιλολογική)

Απόσπασμα από το βιβλίο "η βαρκάρισα της χίμαιρας"

«Αυτός ο κόσμος ο κερατάς- μου ‘λεγε μια φορά η φίλη μου η Βιργινία – λες κι είναι καμωμένος μόνο γι’ αυτούς που ξέρουν να καταπατούν. Γι’ αυτούς που στήνουν ταμπέλες. Που κάνουν περιφράξεις και βάζουν μέσα άγρια σκυλιά για φύλακες. Αυτός ο κόσμος ο κερατάς λες κι είναι καμωμένος, μόνο για μπρατσωμένες ψυχές.»

- Αλκυόνη Παπαδάκη

Πέμπτη, 18 Απριλίου 2013

Τὰ δεκατέσσερα παιδιά




«...Ἐν ἀρχῇ ἦν ἡ ἀγάπη...» μελωδοῦσε γιομίζονταςτὸ γυμνό σου δωμάτιο μιὰ παράξενη ἅρπακαθὼς σ᾿ ἔπαιρνε ὁ ὕπνος καὶ τὸ χέρι σου, κρύο,σὰν κλωνὶ λεμονιᾶς σὲ νεκρό, ἀναπαύοντανπάνω στὸ στῆθος σου. Κ᾿ ἔβλεπεςπὼς ἄνοιγε τάχα μιὰ πόρτα στὸν ὕπνο σου.Πὼς μπαῖναν τὰ δεκατέσσερα παιδιὰ λυπημένακαὶ στεκόντουσαν γύρω σου. Τὰ μάτια τους θύμιζαν
σταγόνες σὲ τζάμια: «Ἔλεος! Ἔλεος! Ἔλεος!...» 
Τινάζοντας τὴ βροχὴ καὶ τὸ χιόνι ἀπὸ πάνω τους,τὰ ζύγιαζες μὲ τὸ βλέμμα σου σὰ νἄθελες νὰ τοὺς κόψειςτὴν εὐτυχία στὰ μέτρα τους, ἐνῷ ἡ ἅρπα συνέχιζενἁπαλὰ μὲς στὸν ὕπνο σου: «Ὅ,τι θέλει κανεὶςμπορεῖ νὰ φτιάξει μὲ τὴν ἀγάπη. Ἥλιους κι ἀστέρια,
ῥοδῶνες καὶ κλήματα...»
 Ἀλλὰ ἐσὺ προτιμοῦσεςμποτίτσες φοδραρισμένες μὲ μάλλινο,πουκάμισα κλειστὰ στὸ λαιμό-γιατὶ φυσάει πολὺ στὸ Καλέντζι!Ἔβλεπες πὼς ῥάβεις μὲ τὰ δυό σου χέρια,ἔβλεπες πὼς ζυμώνεις μὲ τὰ δυό σου χέριακι ὀνειρευόσουν πὼς μπαίνεις στὴν τάξημὲ δεκατέσσερες φορεσιές,
μὲ δεκατέσσερα χριστόψωμα στὴν ἀγκαλιά σου.
Ἀλλὰ ξύπναγες τὸ πρωῒ κι ἄκουγες ποὺ ἔβρεχε.Σὲ δίπλωνε σὰ μιὰ λύπη τ᾿ ἀδιάβροχό σουκι ὁ δρόμος γιὰ τὸ σχολειὸ γινόταν πιὸ δύσκολος.Βάδιζες κ᾿ εἶχες σκυμμένο τὸ πρόσωποσὰ νἆταν κάποιος ἀπάνω σου καὶ νὰ σ᾿ ἔκρινεγιὰ τ᾿ ἄδεια σου χέρια. Σὰ νἄφταιγες μάλιστα,
σ᾿ ὅλη τὴ διαδρομὴ σὲ μπάτσιζε τὸ χιονόνερο.
Ἔμπαινες στὸ σχολειὸ κ᾿ ὅπως τ᾿ ἀντίκριζεςμοιραζόταν σὲ δεκατέσσερα χαμόγελα τὸ πρόσωπό σου.Θυμόσουν πὼς ἡ ἀγκάλη σου ἦταν μισὴκι ἀνεβαίνοντας πάνω στὴν ἕδρα σουἄνοιγες τὴ λύπη σου καὶ τὰ σκέπαζες
ὅπως ὁ οὐρανὸς σκεπάζει τὴ γῆ.
Ὥρα 8 καὶ 20´ ἀκριβῶς.Τὸ μάθημα ἀρχίζει κανονικά.Ἐσὺ πάνω ἀπ᾿ τὴν ἕδρα κι ἀπ᾿ ἀντίκρυ σου ὁ Χριστός,ἁπαλὸς καὶ γλυκὺς μὲς στὸ κάδρο του,δίνετε τὰ χέρια πάνω ἀπὸ τὰ κεφάλια τουςνὰ τοὺς κάμετε μιὰ στέγη ἀπὸ ζεστασιὰγιατὶ σᾶς ἤρθανε καὶ σήμερα μουσκεμένακ᾿ ἡ λύπη περπατάει μὲς στὰ μάτια τους
ὅπως ὁ σπουργίτης πάνω στὸ φράχτη.
Τὸ καλαμπόκι δὲν ψώμωσε τὸ περσινὸ καλοκαίρικι ἀκοῦς τὸ ψωμάκι ποὺ κλαίει μὲς στὶς μπόλιες τους.Ὥρα 10 καὶ 20´. Τὸ μάθημα συνεχίζεται.Οἱ σπουργίτες σου χτυποῦν τὰ φτερά τους.Τὸ μολύβι πεθαίνει ἀνάμεσα στὰ κοκκαλιασμένα τους δάχτυλα.Ἡ καρδιά σου εἶναι τώρα μιὰ στάμνα σπασμένη.Τὰ λόγια σου βγαίνουν ἀργὰ σὰ μιὰ βρύση ποὺ στέρεψε:«Ὁ μέγας Ἀλέξανδρος... Ὁ μέγας Ἀλέξανδρος... Ὁ μέγας Ἀλέξανδρος...».Τὰ δάχτυλά σου εἶναι πέντε. Τὰ μέτρησες δέκα φορές.Τὰ δάχτυλά σου εἶναι πέντε. Μετρᾶς τὸ ἕνα χέρι σου-τ᾿ ἄλλο σου βρίσκεται τυλιγμένο σὲ συννεφιά-τὰ δάχτυλά σου εἶναι πέντε. Σηκώνεις τὸ πρόσωπο,κοιτάζεις τὴ στέγη, κάνεις πὼς σκέφτεσαισκύβεις πάλι στὴν ἕδρα, ξεφυλλίζεις τὸν Αἴσωπο,κατεβαίνεις καὶ γράφεις στὸ μαυροπίνακα,κοιτάζεις τὸν οὐρανὸ ἀπ᾿ τὸ παράθυρο,γυρίζεις τὸ κεφάλι σου ἀλλοῦ,δὲ μπορεῖς ἄλλο παρὰ νὰ κλάψεις.Παίρνεις τὸ μαθητολόγιο στὰ χέρια σου,κάτι ψάχνεις νὰ βρεῖς, τὸ σηκώνεις διαβάζοντας
καὶ σκεπάζεις τὸ πρόσωπό σου.
Τὰ σύννεφα ἔχουν μπεῖ μὲς στὴν τάξη.Ἀντίκρυ σου κι ὁ Χριστὸς παραδέρνει σ᾿ ἀμηχανία.Θαρρεῖς καὶ σηκώνει στ᾿ ἀλήθεια τὰ χέρια τουἑνωμένα στὸ φῶς ποὺ πέφτει ἀπὸ πάνω του.Νιώθει στενόχωρα ὅπως τὰ μεσάνυχτα στὴ Γεθσημανῆκαὶ δὲν εἶμαι ἐκεῖ νὰ σοῦ χτυπήσω τὸν ὦμοκαὶ δὲν εἶμαι ἐκεῖ νὰ σοῦ εἰπῶ: Δός του θάρρος,βοήθησέ τον νὰ βγεῖ ἀπ᾿ τὴ δύσκολη θέση,κατέβαινε, διάσχισε τὴν αἴθουσα γρήγορα,μὴν τὸν ἀφήνεις ἐκτεθειμένο στὰ βλέμματα τῶν παιδιῶν,δός του ἕνα βιβλίο νὰ κάνει πὼς συλλαβίζει,
δός του ἕνα βιβλίο νὰ κρύψει τὰ μάτια του.

- Νικηφόρος Βρεττάκος

Πέμπτη, 4 Απριλίου 2013




«Η Ελλάδα είναι σαν ένας καθρέφτης. Σε κάνει να υποφέρεις. Μετά μαθαίνεις.»  

«Να ζεις μόνος σου;» 

« Να ζεις. Με αυτό που είσαι». 

(απόσπασμα από το βιβλίο "Ο Μάγος" του Τζων Φώουλς)

Τετάρτη, 3 Απριλίου 2013

Ποιητές


(Στὸν Κώστα Καρυωτάκη)

Ὤ, δὲ χωρεῖ καμία ἀμφισβήτηση, ποιητὲς
εἴμαστ᾿ ἐμεῖς μὲ κυματίζουσα τὴν κόμη
-- ἔμβλημ᾿ ἀρχαῖο καλλιτεχνῶν -- καὶ χτυπητὲς
μάθαμε φράσεις ν᾿ ἀραδιάζουμε κι ἀκόμη

μιὰ εὐαισθησία μας συνοδεύει ὑστερική,
ποῦ μας πικραίνει ἕνα χλωμό, σβησμένο φύλλο,
μακριὰ ἕνα σύννεφο μαβί. Χιμαιρικὴ
τὴ ζωή μας λέμε καὶ δὲν ἔχουμ᾿ ἕνα φίλο.

Μένουμε πάντα σιωπηλοὶ καὶ μοναχοί,
ὅμως περήφανα στὰ βάθη μας κρατοῦμε
τὸ μυστικό μας θησαυρό, κι ὅταν ἠχεῖ
ἡ βραδινὴ καμπάνα ἀνήσυχα σκιρτοῦμε.

Θεωροῦμε ἀνίδεους, ἀνάξιους κι εὐτελεῖς
γύρω μας ὅλους, κι ἀπαξιοῦμε μιὰ ματιά μας
σ᾿ αὐτοὺς νὰ ρίξουμε, κι ἡ νέα ξανὰ σελὶς
τὸ θρῆνο δέχεται τοῦ ἀνούσιου ἔρωτά μας.

Ἀναμασᾶμε κάθε μέρα τὰ παλιὰ
χιλιοειπωμένα αἰσθήματά μας· ἐξηγοῦμε
τὸ τάλαντό μας: «κελαηδοῦμε σὰν πουλιά»·
τὴν ἀσχολία μας τόσ᾿ ὡραῖα δικαιολογοῦμε.

Γιὰ μᾶς ὁ κόσμος ὅλος μόνο εἴμαστ᾿ ἐμεῖς,
καὶ τυλιγόμαστε, μανδύα μας, ἕνα τοῖχο.
Μ᾿ ἔπαρση ἐκφράζουμε τὰ πάθη τῆς στιγμῆς
σ᾿ ἕναν -- μὲ δίχως χασμωδίες -- μουσικὸ στίχο.

Γύρω μας κι ἄλλοι κι ἂν πονοῦν κι ἂν δυστυχοῦν,
κι ἂν τοὺς λυγίζει, ἂν τοὺς φλογίζει ἡ ἀδικία -
ὤ, τέτοια θέματα πεζὰ ν᾿ ἀνησυχοῦν
τοὺς ἀστρικούς μας στοχασμούς, εἶναι βλακεία.



- Γιάννης Ρίτσος