«Πήγα στα δάση γιατί θέλησα να ζήσω με σκοπό, θέλησα να ζήσω βαθειά, να ρουφήξω το μεδούλι της ζωής, να αποδιώξω ότι δεν ήτανε ζωή και όχι όταν πεθάνω ν’ ανακαλύψω πως δεν έζησα…»
Τρίτη 13 Μαρτίου 2012
Τετάρτη 7 Μαρτίου 2012
Αλεξανδρινοί Βασιλείς
Μια διορισμένη Κυβέρνηση τεχνοκρατών, χωρίς καμιά λαϊκή νομιμοποίηση. Τραπεζίτης πρωθυπουργός. Ανασχηματισμοί στην κυβέρνηση και αναδιανομή των υπουργικών αξιωμάτων. Εφήμερες δόξες και κολακείες.Τελετή ορκωμοσίας. Τι σπουδαίοι και υπεύθυνοι που νιώθουν όλοι! Ικανοποιημένοι οι πρυτάνεις χειροκροτούν τις αλλαγές.
Μαζεύθηκαν οι Aλεξανδρινοί
να δουν της Κλεοπάτρας τα παιδιά,
τον Καισαρίωνα, και τα μικρά του αδέρφια,
Aλέξανδρο και Πτολεμαίο, που πρώτη
φορά τα βγάζαν έξω στο Γυμνάσιο,
εκεί να τα κηρύξουν βασιλείς,
μες στη λαμπρή παράταξη των στρατιωτών.
Ο Aλέξανδρος— τον είπαν βασιλέα
της Aρμενίας, της Μηδίας, και των Πάρθων.
Ο Πτολεμαίος— τον είπαν βασιλέα
της Κιλικίας, της Συρίας, και της Φοινίκης.
Ο Καισαρίων στέκονταν πιο εμπροστά,
ντυμένος σε μετάξι τριανταφυλλί,
στο στήθος του ανθοδέσμη από υακίνθους,
η ζώνη του διπλή σειρά σαπφείρων κι αμεθύστων,
δεμένα τα ποδήματά του μ’ άσπρες
κορδέλλες κεντημένες με ροδόχροα μαργαριτάρια.
Aυτόν τον είπαν πιότερο από τους μικρούς,
αυτόν τον είπαν Βασιλέα των Βασιλέων.
Οι Aλεξανδρινοί ένοιωθαν βέβαια
που ήσαν λόγια αυτά και θεατρικά.
Aλλά η μέρα ήτανε ζεστή και ποιητική,
ο ουρανός ένα γαλάζιο ανοιχτό,
το Aλεξανδρινό Γυμνάσιον ένα
θριαμβικό κατόρθωμα της τέχνης,
των αυλικών η πολυτέλεια έκτακτη,
ο Καισαρίων όλο χάρις κι εμορφιά
(της Κλεοπάτρας υιός, αίμα των Λαγιδών)·
κ’ οι Aλεξανδρινοί έτρεχαν πια στην εορτή,
κ’ ενθουσιάζονταν, κ’ επευφημούσαν
ελληνικά, κ’ αιγυπτιακά, και ποιοι εβραίικα,
γοητευμένοι με τ’ ωραίο θέαμα—
μ’ όλο που βέβαια ήξευραν τι άξιζαν αυτά,
τι κούφια λόγια ήσανε αυτές η βασιλείες.
(Κ.Π. Καβάφης)
Μαζεύθηκαν οι Aλεξανδρινοί
να δουν της Κλεοπάτρας τα παιδιά,
τον Καισαρίωνα, και τα μικρά του αδέρφια,
Aλέξανδρο και Πτολεμαίο, που πρώτη
φορά τα βγάζαν έξω στο Γυμνάσιο,
εκεί να τα κηρύξουν βασιλείς,
μες στη λαμπρή παράταξη των στρατιωτών.
Ο Aλέξανδρος— τον είπαν βασιλέα
της Aρμενίας, της Μηδίας, και των Πάρθων.
Ο Πτολεμαίος— τον είπαν βασιλέα
της Κιλικίας, της Συρίας, και της Φοινίκης.
Ο Καισαρίων στέκονταν πιο εμπροστά,
ντυμένος σε μετάξι τριανταφυλλί,
στο στήθος του ανθοδέσμη από υακίνθους,
η ζώνη του διπλή σειρά σαπφείρων κι αμεθύστων,
δεμένα τα ποδήματά του μ’ άσπρες
κορδέλλες κεντημένες με ροδόχροα μαργαριτάρια.
Aυτόν τον είπαν πιότερο από τους μικρούς,
αυτόν τον είπαν Βασιλέα των Βασιλέων.
Οι Aλεξανδρινοί ένοιωθαν βέβαια
που ήσαν λόγια αυτά και θεατρικά.
Aλλά η μέρα ήτανε ζεστή και ποιητική,
ο ουρανός ένα γαλάζιο ανοιχτό,
το Aλεξανδρινό Γυμνάσιον ένα
θριαμβικό κατόρθωμα της τέχνης,
των αυλικών η πολυτέλεια έκτακτη,
ο Καισαρίων όλο χάρις κι εμορφιά
(της Κλεοπάτρας υιός, αίμα των Λαγιδών)·
κ’ οι Aλεξανδρινοί έτρεχαν πια στην εορτή,
κ’ ενθουσιάζονταν, κ’ επευφημούσαν
ελληνικά, κ’ αιγυπτιακά, και ποιοι εβραίικα,
γοητευμένοι με τ’ ωραίο θέαμα—
μ’ όλο που βέβαια ήξευραν τι άξιζαν αυτά,
τι κούφια λόγια ήσανε αυτές η βασιλείες.
(Κ.Π. Καβάφης)
Δευτέρα 5 Μαρτίου 2012
"Ιδιώνυμο"
Το 1929, με πρόταση της κυβέρνησης Βενιζέλου, ψηφίστηκε ο νόμος 4229/1929 «Περί μέτρων προστασίας του κοινωνικού καθεστώτος και προστασίας των ελευθεριών των πολιτών». Σύμφωνα με το άρθρο 1 του νόμου αυτού, φυλακίζεται όποιος: "επιδιώκει την εφαρμογήν ιδεών εχουσών ως έκδηλον σκοπόν την δια βιαίων μέσων ανατροπήν του κρατούντος κοινωνικού συστήματος ή την απόσπασιν μέρους εκ του όλου της επικράτειας ή ενέργεια υπέρ της εφαρμογής αυτών προσηλυτισμού".
Το 1980 η Κατερίνα Γώγου εκδίδει την ποιητική συλλογή «Ιδιώνυμο». Στο οπισθόφυλλο του βιβλίου γράφει:
«Είμαι ελεύθερη ελεύθερη ελεύθερη
κι όταν έρθει καιρός
που θα κρέμεται στο τσιγγέλι
το πετσί μου σαν τομάρι
απ’ τους κρατικούς εκδορείς και τη λογοκρισία
η φαντασία μου θα τρέχει… τρέχει… τρέχει
είμαι φευγάτη από τώρα τρέχει… γειααααα»
Το Σεπτέμβριο του 2011, δημοσιεύεται στο Φύλλο Εφημερίδας της Κυβέρνησης, ο νόμος 4009/2011 για «Τη δομή, λειτουργία, διασφάλιση της ποιότητας των σπουδών και διεθνοποίηση των ανωτάτων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων» . Στο άρθρο 81 του νόμου αυτού προβλέπεται ότι «καταργείται κάθε γενική ή ειδική διάταξη που βρίσκεται σε αντίθεση με τις διατάξεις του παρόντος νόμου και ιδίως ο νόμος 5343/1932, εκτός των άρθρων 120 ως και 123, 326, 327 και 329 ως και 333». Επομένως, διατηρείται σε ισχύ το άρθρο 120 του νόμου 5343/1932 που τιμωρεί με την ποινή της διαρκούς αποβολής όποιον φοιτητή διαδίδει ιδέες που σχετίζονται με την ανατροπή «του κρατούντος κοινωνικού καθεστώτος» ή «την διάσπασιν μέρους εκ του όλου της Επικρατείας».
Δευτέρα 27 Φεβρουαρίου 2012
Διάφανες αυλαίες, Ανδρέας Εμπειρίκος
"Είναι τα βλέφαρά μου
διάφανες αυλαίες.
Όταν τα ανοίγω βλέπω
μπρος μου ό,τι κι αν τύχει.
Όταν τα κλείνω βλέπω
μπρος μου ό,τι ποθώ."
Αισθάνθηκα τη μελοποίηση σαν μια μικρή πνοή. Και με αφορμή τη μουσική, συνειρμικά θυμήθηκα το ποίημα.
Πέμπτη 24 Νοεμβρίου 2011
Φυγή
Δεν ήταν άλλη η αγάπη μας
έφευγε ξαναγύριζε και μας έφερνε
ένα χαμηλωμένο βλέφαρο πολύ μακρινό
ένα χαμόγελο μαρμαρωμένο, χαμένο
μέσα στο πρωινό χορτάρι
ένα παράξενο κοχύλι που δοκίμαζε
να το εξηγήσει επίμονα η ψυχή μας.
Η αγάπη μας δεν ήταν άλλη ψηλαφούσε
σιγά μέσα στα πράγματα που μας τριγύριζαν
να εξηγήσει γιατί δε θέλουμε να πεθάνουμε
με τόσο πάθος
Κι αν κρατηθήκαμε από λαγόνια κι αν αγκαλιάσαμε
μ’ όλη τη δύναμή μας άλλους αυχένες
κι αν σμίξαμε την ανάσα μας με την ανάσα
εκείνου του ανθρώπου
κι αν κλείσαμε τα μάτια μας, δεν ήταν άλλη
μονάχα αυτός ο βαθύτερος καημός να κρατηθούμε
μέσα στη φυγή.
Γεώργιος Σεφέρης
Νύχτα
Είναι αξημέρωτη νύχτα η ζωή.
Στις μεσονύχτιες στράτες περπατάνε
αποσταμένοι οι έρωτες
κι οι γρίλιες των παράθυρων εστάξανε
τον πόνο που κρατάνε
Στις στέγες εκρεμάστη το φεγγάρι
σκυμμένο προς τα δάκρυα του
κι η μυρωμένη λύπη των τριαντάφυλλων
το δρόμο της θα πάρει
Ολόρθο το φανάρι μας σωπαίνει
χλωμό και μυστηριώδικο
κι η πόρτα του σπιτιού μου είναι σα ν' άνοιξε
και λείψανο να βγαίνει.
Σαρκάζει το κρεβάτι τη χαρά τους
κι αυτοί λέν πως έτριξε·
δε λεν πως το κρεβάτι οραματίζεται
μελλοντικούς θανάτους.
Και κλαίνε οι αμανέδες στις ταβέρνες
τη νύχτα την αστρόφεγγη
που θα' πρεπε η αγάπη ναν την έπινε
και παίζουν οι λατέρνες.
Χυμένες στα ποτήρια καρτερούνε
οι λησμονιές γλυκύτατες·
οι χίμαιρες τώρα θα ειπούν το λόγο τους
και οι άνθρωποι θ' ακούνε
Καθημερνών χαμώνε κοιμητήρι
το πάρκον ανατρίχιασε
την ώρα που νεκρός κάποιος εκίνησε
να πάει στη χλόη να γείρει.
Κ. Καρυωτάκης, "Ο πόνος των ανθρώπων και των πραγματων"
Οι προσευχές των ναυτικών...
Οι Γιαπωνέζοι ναυτικοί, προτού να κοιμηθούν,βρίσκουν στην πλώρη μια γωνιά που δεν πηγαίνουν άλλοι
κι ώρα πολλή προσεύχονται βουβοί, γονατιστοί
μπρος σ' ένα Βούδα κίτρινο που σκύβει το κεφάλι.
Κάτι μακριά ως τα πόδια τους φορώντας νυχτικά,
μασώντας οι ωχροκίτρινοι μικροί Κινέζοι ρύζι,
προφέρουνε με την ψιλή φωνή τους προσευχές
κοιτάζοντας μια χάλκινη παγόδα που καπνίζει.
Οι Κούληδες με την βαριά βλακώδη τους μορφή
βαστάν σκυφτοί τα γόνατα κοιτώντας πάντα κάτου,
κι οι Αράπηδες σιγοκουνάν το σώμα ρυθμικά,
κατάρες μουρμουρίζοντας ενάντια του θανάτου.
Οι Ευρωπαίοι τα χέρια τους κρατώντας ανοιχτά,
εκστατικά προσεύχονται γιομάτοι από ικεσία
και ψάλλουνε καθολικές ωδές μουρμουριστά,
που εμάθαν όταν πήγαιναν μικροί στην εκκλησία.
Και οι Έλληνες, με τη μορφή τη βασανιστική,
από συνήθεια κάνουνε, πριν πέσουν, το σταυρό τους
κι αρχίζοντας με σιγανή φωνή « Πάτερ ημών...»
το μακρουλό σταυρώνουνε λερό προσκέφαλό τους.
Ν. Καββαδίας, (Μαραμπού)
Τρίτη 15 Νοεμβρίου 2011
Οι βάρβαροι (Κ.Π. Καβάφης)
— Τι περιμένουμε στην αγορά συναθροισμένοι;
Είναι οι βάρβαροι να φθάσουν σήμερα.
— Γιατί μέσα στην Σύγκλητο μια τέτοια απραξία;
Τι κάθοντ’ οι Συγκλητικοί και δεν νομοθετούνε;
Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα.
Τι νόμους πια θα κάμουν οι Συγκλητικοί;
Οι βάρβαροι σαν έλθουν θα νομοθετήσουν.
—Γιατί ο αυτοκράτωρ μας τόσο πρωί σηκώθη,
και κάθεται στης πόλεως την πιο μεγάλη πύλη
στον θρόνο επάνω, επίσημος, φορώντας την κορώνα;
Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα.
Κι ο αυτοκράτωρ περιμένει να δεχθεί
τον αρχηγό τους. Μάλιστα ετοίμασε
για να τον δώσει μια περγαμηνή. Εκεί
τον έγραψε τίτλους πολλούς κι ονόματα.
— Γιατί οι δυο μας ύπατοι κ’ οι πραίτορες εβγήκαν
σήμερα με τες κόκκινες, τες κεντημένες τόγες·
γιατί βραχιόλια φόρεσαν με τόσους αμεθύστους,
και δαχτυλίδια με λαμπρά, γυαλιστερά σμαράγδια·
γιατί να πιάσουν σήμερα πολύτιμα μπαστούνια
μ’ ασήμια και μαλάματα έκτακτα σκαλιγμένα;
Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα·
και τέτοια πράγματα θαμπώνουν τους βαρβάρους.
—Γιατί κ’ οι άξιοι ρήτορες δεν έρχονται σαν πάντα
να βγάλουνε τους λόγους τους, να πούνε τα δικά τους;
Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα·
κι αυτοί βαρυούντ’ ευφράδειες και δημηγορίες.
— Γιατί ν’ αρχίσει μονομιάς αυτή η ανησυχία
κ’ η σύγχυσις. (Τα πρόσωπα τι σοβαρά που εγίναν).
Γιατί αδειάζουν γρήγορα οι δρόμοι κ’ η πλατέες,
κι όλοι γυρνούν στα σπίτια τους πολύ συλλογισμένοι;
Γιατί ενύχτωσε κ’ οι βάρβαροι δεν ήλθαν.
Και μερικοί έφθασαν απ’ τα σύνορα,
και είπανε πως βάρβαροι πια δεν υπάρχουν.
__
Και τώρα τι θα γένουμε χωρίς βαρβάρους.
Οι άνθρωποι αυτοί ήσαν μια κάποια λύσις.
Είναι οι βάρβαροι να φθάσουν σήμερα.
— Γιατί μέσα στην Σύγκλητο μια τέτοια απραξία;
Τι κάθοντ’ οι Συγκλητικοί και δεν νομοθετούνε;
Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα.
Τι νόμους πια θα κάμουν οι Συγκλητικοί;
Οι βάρβαροι σαν έλθουν θα νομοθετήσουν.
—Γιατί ο αυτοκράτωρ μας τόσο πρωί σηκώθη,
και κάθεται στης πόλεως την πιο μεγάλη πύλη
στον θρόνο επάνω, επίσημος, φορώντας την κορώνα;
Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα.
Κι ο αυτοκράτωρ περιμένει να δεχθεί
τον αρχηγό τους. Μάλιστα ετοίμασε
για να τον δώσει μια περγαμηνή. Εκεί
τον έγραψε τίτλους πολλούς κι ονόματα.
— Γιατί οι δυο μας ύπατοι κ’ οι πραίτορες εβγήκαν
σήμερα με τες κόκκινες, τες κεντημένες τόγες·
γιατί βραχιόλια φόρεσαν με τόσους αμεθύστους,
και δαχτυλίδια με λαμπρά, γυαλιστερά σμαράγδια·
γιατί να πιάσουν σήμερα πολύτιμα μπαστούνια
μ’ ασήμια και μαλάματα έκτακτα σκαλιγμένα;
Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα·
και τέτοια πράγματα θαμπώνουν τους βαρβάρους.
—Γιατί κ’ οι άξιοι ρήτορες δεν έρχονται σαν πάντα
να βγάλουνε τους λόγους τους, να πούνε τα δικά τους;
Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα·
κι αυτοί βαρυούντ’ ευφράδειες και δημηγορίες.
— Γιατί ν’ αρχίσει μονομιάς αυτή η ανησυχία
κ’ η σύγχυσις. (Τα πρόσωπα τι σοβαρά που εγίναν).
Γιατί αδειάζουν γρήγορα οι δρόμοι κ’ η πλατέες,
κι όλοι γυρνούν στα σπίτια τους πολύ συλλογισμένοι;
Γιατί ενύχτωσε κ’ οι βάρβαροι δεν ήλθαν.
Και μερικοί έφθασαν απ’ τα σύνορα,
και είπανε πως βάρβαροι πια δεν υπάρχουν.
__
Και τώρα τι θα γένουμε χωρίς βαρβάρους.
Οι άνθρωποι αυτοί ήσαν μια κάποια λύσις.
Δευτέρα 19 Σεπτεμβρίου 2011
Ο Μπρεχτ για τους φοιτητές
Για τους φοιτητές που εξακολουθούν να αγωνίζονται! Για τους φοιτητές που επαγρυπνούν σε κάθε σχολή!
Στους φοιτητές της εργατοαγροτικής σχολής
Για να μπορείτε να καθόσαστε εδώ: τόσο αίμα
χύθηκε. Μπορεί να το ξεχάσετε να επιθυμείτε.
Να ξέρετε τούτο μοναχά: σ' αυτά τα καθίσματα καθότανε άλλοι
πιο μπροστά από σας
που αργότερα καθίσανε πάνω στο σβέρκο των ανθρώπων.
Επαγρυπνείτε!
Πάντα ό,τι να ερευνάτε, ό,τι ν' ανακαλύψετε
ό,τι να μάθετε, δε θα σας χρησιμέψει,
αν δε συνδέετε με τον αγώνα το μυαλό σας
και δε διαχωρίζεστε απ' όλους τους εχθρούς της ανθρωπότητας.
Ποτέ να μην ξεχνάτε: κάποιοι όμοιοί σας αγωνίστηκαν
για να μπορείτε εδώ να κάθεστε εσείς κι όχι πια οι προηγούμενοι.
Μην κρύβεστε λοιπόν, μα συναγωνιστείτε
για ν' αποχτήσετε τη γνώση και ποτέ να μην την αρνηθείτε!
Σάββατο 17 Σεπτεμβρίου 2011
Η Κατερίνα Γώγου για τα φεμινιστικά κινήματα
Κίνηση Δημοκρατικών Γυναικών.
Βαράγαν στο ψαχνό.
- Στον αέρα ρίχνουνε είπαν αυτές
Ύστερα γέμισε αίμα η λακκουβίτσα στη στάση.
- Πλαστικές είναι είπαν αυτές
Ύστερα έπεσε κάτω.
- Λιποθύμησε είπαν αυτές
Ύστερα έμενε ακίνητος
είχανε ξεκινήσει. Έμεινε ακίνητος
είχανε πάρει το τρόλευ, φύγανε. Πάνε αυτές.
- Στον αέρα ρίχνουνε είπαν αυτές
Ύστερα γέμισε αίμα η λακκουβίτσα στη στάση.
- Πλαστικές είναι είπαν αυτές
Ύστερα έπεσε κάτω.
- Λιποθύμησε είπαν αυτές
Ύστερα έμενε ακίνητος
είχανε ξεκινήσει. Έμεινε ακίνητος
είχανε πάρει το τρόλευ, φύγανε. Πάνε αυτές.
(Η Κίνηση Δημοκρατικών Γυναικών υπήρξε πολιτικό μόρφωμα που έκανε την εμφάνιση του την εποχή της μεταπολίτευσης. Πέτυχε να συσπειρώσει γύρω του πολλές γυναίκες και κομματικοποίησε μεγάλο μέρος από αυτές, δεν προσέφερε, όμως, ουσιαστικά καμιά νίκη στη διεκδίκηση εκ μέρους των γυναικών. Για το λόγο αυτό υπήρξε θνησιγενές μόρφωμα και η επιρροή του σταδιακά μειώθηκε.)
Το ποίημα παρουσιάζει με αφαιρετική σκηνοθετική ματιά ένα περιστατικό που λαμβάνει χώρα σε μια στάση λεωφορείου. Οι γυναίκες που περιμένουν στη στάση, και όπως συμπεραίνουμε από τον τίτλο είναι εκπρόσωποι της Κίνησης Δημοκρατικών Γυναικών, γίνονται μάρτυρες μιας αστυνομικής επίθεσης. Απέναντι στα πραγματικά γεγονότα που εξελίσσονται μπροστά τους και απέναντι στη θέα της ωμής αστυνομικής βίας («βαράγαν στο ψαχνό… γέμισε η λακκουβίτσα αίμα… έπεσε κάτω») δεν αντιδρούν, ενώ η στάση τους χαρακτηρίζεται από απάθεια, αδιαφορία, και υποκρισία. Η συμπεριφορά αυτή είναι ενδεικτική του τρόπου με τον οποίο οι συγκεκριμένες φεμινίστριες αντιλαμβάνονται το έργο της κρατικής εξουσίας στα πλαίσια της δημοκρατίας. Ο έλεγχος των διαφορετικά σκεπτόμενων αντιμετωπίζεται ως θεμιτός από τις συγκεκριμένες φεμινίστριες, οι οποίες επιδιώκουν μεν, να βελτιώσουν τη θέση τους στην κοινωνία, ανεχόμενες δε την κρατική βία όπως εκφράζεται στο πλαίσιο της πατριαρχικής δομής της κοινωνίας.
Η αστυνομική βία που αποτελεί το απόλυτο συμβάν στη δημοκρατική κοινωνία και στο οποίο θα έπρεπε να επικεντρώσουν την προσοχή τους, τις αφήνει παγερά αδιάφορες.
Η Κατερίνα Γώγου στηλιτεύει το συντηρητικό ρόλο που είχαν υιοθετήσει τα διάφορα γυναικεία κινήματα της εποχής της, με σκοπό να προσκαλέσουν και να κομματικοποιήσουν όσο το δυνατό ευρύτερες μάζες.
Τέτοια συμβατικά, μη-επαναστατικά κινήματα, στα οποία η σχέση με το γυναικείο πρόβλημα ήταν επιφανειακή και προσχηματική, ήταν από τη φύση τους καταδικασμένα να αποτύχουν γιατί δε στόχευαν στην ίδια τη μορφή της πατριαρχικής και καπιταλιστικής κοινωνίας, οι δομές της οποίας είναι η «μήτρα του κακού» που διαιωνίζει την ανισότητα των φύλων.
Οι εκπρόσωποι της Κίνησης Δημοκρατικών Γυναικών αποδεχόμενες τον καπιταλιστικό σύστημα, αποδέχονται και την κοινωνική καταπίεση που αυτό παράγει. Μέσα σε ένα τέτοιο σύστημα η προσπάθεια εξάλειψης του σεξισμού είναι μάταιη.
Ουσιαστική αλλαγή θα μπορέσει να υπάρξει μόνο όταν οι γυναίκες συνειδητοποιήσουν ότι ο αγώνας τους ενάντια στην καταπίεση είναι άμεσα συνδεδεμένος με τον αγώνα ενάντια στην πατριαρχική και καπιταλιστική δομή της κοινωνίας. Ένας τέτοιος αγώνας πρέπει να είναι κοινός, και να έχει ταξική χροιά έτσι ώστε να αποδομήσει το σύστημα εκείνο που παράγει τις ανισότητες για να συντηρηθεί.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)
