«Πήγα στα δάση γιατί θέλησα να ζήσω με σκοπό, θέλησα να ζήσω βαθειά, να ρουφήξω το μεδούλι της ζωής, να αποδιώξω ότι δεν ήτανε ζωή και όχι όταν πεθάνω ν’ ανακαλύψω πως δεν έζησα…»


Τρίτη 19 Ιουνίου 2012

Ρώτησαν κάποτε το Ναστραντίν Χότζα:
" Όταν γίνεται ένα καινούργιο φεγγάρι, το παλιό τι το κάνουν;"
Κι αυτός απάντησε:

"Το ψαλιδίζουν και το κάνουν άστρα"

(Απόσπασμα από το βιβλίο "Μέσα στις Φλόγες" της Διδώ Σωτηρίου)

Κυριακή 3 Ιουνίου 2012

"  Η απόφαση να υιοθετήσεις τη ροπή σου για τη λογοτεχνία σαν να ήταν η μοίρα σου θα πρέπει να μετατραπεί σε δουλεία, σε τίποτα λιγότερο από σκλαβιά. Για να σου το εξηγήσω μ'έναν παραστατικό τρόπο, θα σου πώ ότι μόλις έκανες αυτό που έκαναν, ως φαίνεται, ορισμένες κυρίες του 19ου αιώνα τρομοκρατημένες με τα κιλά τους, οι οποίες, προκειμένου ν'αποκτήσουν τη σιλουέτα συλφίδας, κατάπιναν μια ταινία. Είχες ποτέ την ευκαιρία να γνωρίσεις κάποιον που φέρει στα σπλάχνα του αυτό το φοβερό παράσιτο; Εγώ ναι, και μπορώ να σε διαβεβαιώσω ότι αυτές οι κυρίες ήταν ηρωίδες, μάρτυρες της ομορφιάς. Στις αρχές της δεκαετίας του '60, στο Παρίσι, είχα έναν καταπληκτικό φίλο, τον Χοσέ Μαρία, έναν νεαρό Ισπανό, ζωγράφο και κινηματογραφιστή, που έπασχε από αυτή την ασθένεια. Μόλις η ταινία εγκατασταθεί στον οργανισμό, ταυτίζεται μαζί του, τρέφεται απ'αυτόν, μεγαλώνει και δυναμώνει εις βάρος του, ενώ είναι πολύ δύσκολο να εκδιωχθεί από αυτό το σώμα χάρη στο οποίο ευημερεί, και το οποίο έχει αποικήσει. Ο Χοσέ Μαρία αδυνάτιζε παρά το γεγονός ότι έπρεπε να τρώει και να πίνει υγρά (κυρίως γάλα) διαρκώς, για να κατευνάσει την ανησυχία του ζώου που είχε βρει καταφύγιο στα έντερά του, καθώς, εάν δεν το έκανε, η αδιαθεσία του γινόταν ανυπόφορη. Όμως ότι έτρωγε και έπινε δεν ήταν για δικό του κέφι και ευχαρίστηση, αλλά για την ταινία. Μια μέρα που μιλούσαμε σ'ένα μικρό μπιστρό του Μονπαρνάς με κατέπληξε με την ακόλουθη εξομολόγηση: "Κάνουμε τόσα πράγματα μαζί. Πηγαίνουμε σινεμά, πηγαίνουμε σε εκθέσεις, ψάχνουμε σε βιβλιοπωλεία και μιλάμε με τις ώρες για πολιτική, για βιβλία,για φιλμ, για κοινούς φίλους. Κι εσύ νομίζεις ότι εγώ τα κάνω όλα αυτά με τον ίδιο τρόπο που τα κάνεις εσύ. Αλλά κάνεις λάθος. Εγώ τα κάνω για κείνη, για την ταινία. Αυτή την εντύπωση έχω: ότι τώρα όλη μου την ζωή δεν την ζω για μένα αλλά γι'αυτό που έχω μέσα μου, του οποίου δεν είμαι πια παρά ένας υπηρέτης".
  Από τότε μου αρέσει να παρομοιάζω την κατάσταση του συγγραφέα μ'εκείνη του φίλου μου Χοσέ Μαρία όταν είχε μέσα του την ταινία. Η λογοτεχνική κλίση δεν είναι διασκέδαση, σπορ, ένα εκλεπτυσμένο παιχνίδι που παίζεται τον ελεύθερο χρόνο. Είναι μία πλήρης και αποκλειστική απασχόληση, μια απόλυτη προτεραιότητα, μια δουλεία που έχει επιλεγεί ελεύθερα και μετατρέπει τα θύματά της (τα ευτυχισμένα θύματά της) σε σκλάβους. Όπως με την ταινία του φίλου μου στο Παρίσι, η λογοτεχνία γίνεται μια μόνιμη δραστηριότητα, κάτι που καταλαμβάνει την ύπαρξη, που υπερβαίνει τις ώρες που αφιερώνει κανείς στο γράψιμο και διαποτίζει όλες τις άλλες ασχολίες, καθώς η λογοτεχνική κλίση τρέφεται από την ζωή του συγγραφέα όπως ακριβώς η επιμήκης ταινία από τα σώματα στα οποία εισβάλλει. Ο Φλομπέρ έλεγε: "Το γράψιμο είναι τρόπος ζωής". Με άλλα λόγια, όποιος έκανε δική του αυτή την όμορφη και απαιτητική κλίση δεν γράφει για να ζει, αλλά ζει για να γράφει."

Σάββατο 2 Ιουνίου 2012

Ο φύλακας στη σίκαλη, J.D. Salinger


Τελειώναμε την Τρίτη γυμνασίου και ήταν όμορφη χρονιά. Ειδικά εκείνη η άνοιξη ήταν υπέροχη και εμείς ήδη μπαίναμε στο καλοκαίρι. Ήταν ωραία όταν τα απογεύματα μαζευόμασταν να παίξουμε βόλεϊ, ή όταν περπατάγαμε ατέλειωτες φορές την ίδια διαδρομή μιλώντας για όσα μιλιούνται ή όταν αντιγράφαμε cd γιατί δεν ήταν ακόμα δημοφιλές να κατεβάζεις τραγούδια από το youtube.
Την τελευταία Κυριακή, μας μάζεψε η φιλόλογος σπίτι της και μας μαγείρεψε. Μας έδειχνε τα βιβλία της και μας πρότεινε να διαβάσουμε το «Φύλακα στη σίκαλη». Μετά από πολλά χρόνια, εξακολουθώ να την θυμάμαι κάθε φορά που βλέπω το βιβλίο σε προσφορά στον Παπασωτηρίου ή στην Πρωτοπορία. Ίσως, παρόλα αυτά να μην το διάβαζα ποτέ. «Κλασσικό είναι ένα βιβλίο που όλοι μιλάνε για αυτό αλλά κανείς δεν το έχει διαβάσει». Το πρόβλημα είναι ότι το διάβασαν η Δ. και η Ν.. Και το χειρότερο, διαφώνησαν σχετικά με τη λογοτεχνική του αξία. Η γνώμη μου άρχισε τότε να αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Σχεδόν «αναγκάστηκα» να το διαβάσω.
Ξεχώρισα πιο πολύ τα σημεία εκείνα που μιλάγανε για τη μοναξιά μέσα στην πόλη. Τη μοναξιά που νιώθεις όταν είσαι με πολλούς ανθρώπους γύρω σου.

«Δεν του απάντησα. Το μόνο που έκανα, ήταν που σηκώθηκα και πήγα και κοίταξα από το παράθυρο. Ξαφνικά ένιωθα πολύ μονάχος μου. Σχεδόν παρακάλαγα να είχα πεθάνει.»

«Ήταν σκέτη θλίψη, ακόμα και έξω στο δρόμο. Δεν άκουγες πια ούτε αυτοκίνητα να περνάνε. Ένιωθα τόσο μονάχος και χάλια που μου ‘ρθε μια διάθεση να ξυπνήσω τον Άκλεϋ.»

«Αυτό που το έκανε ακόμα χειρότερο είναι που έξω είχε τέτοια ησυχία και ερημιά και ας ήτανε σαββατόβραδο. Στον δρόμο δεν έβλεπες σχεδόν ψυχή. Καμιά φόρα μόνο έβλεπες κανέναν άντρα με μια κοπέλα, που περνάγανε απέναντι αγκαλιασμένοι από τη μέση, ή καμιά αλητοπαρέα με τα κορίτσια τους, που γελάγανε σαν ύαινες χωρίς να υπάρχει τίποτα αστείο- στοίχημα πήγαινες. Η Νέα Υόρκη είναι σκέτη φρίκη άμα χαχανίζει κανείς  στο δρόμο πολύ αργά τη νύχτα. Τον ακούς μίλια μακριά. Και αυτό σε κάνει να νιώθεις πολύ μονάχος και λυπημένος.»

«Μετά γύρισα πάλι και έπεσα στο κρεβάτι. Έκανα κάμποσο να κοιμηθώ –δεν ήμουνα καθόλου κουρασμένος- αλλά στο τέλος κοιμήθηκα. Το μόνο που ήθελα στην πραγματικότητα ήταν να αυτοκτονήσω. Μου ‘ρχόταν να σαλτάρω από το παράθυρο. Κι εδώ που τα λέμε μπορεί και να το ‘κανα, αρκεί να ήμουνα σίγουρος ότι θα βρισκόταν κάποιος να με σκεπάσει μόλις θα ‘σκαγα κάτω. Δεν ήθελα να μαζευτούν τίποτα περίεργοι και να με χαζεύουν που θα ΄χα γίνει λιώμα.»

«Τίποτα δεν θα είχε αλλάξει. Ο μόνος αλλιώτικος θα ήσουνα εσύ. Όχι πως θα είχες μεγαλώσει πολύ ή κάτι τέτοιο. Δεν θα ΄ταν  αυτό ακριβώς. Μόνο που να, θα ήσουνα αλλιώτικος, αυτό είναι όλο. Ας πούμε, αυτή τη φορά θα φόραγες πανωφόρι. Ή εκείνο το παιδί που ήταν ταιράκι σου στη γραμμή την περασμένη φορά, θα είχε τώρα οστρακιά και θα ήσουν με καινούριο ταιράκι. Ή πάλι θα συνόδευε την τάξη κάποιος άλλος αντί για τη μις Έιγκλετίνγκερ. Ή θα είχες ακούσει τη μάνα σου και τον πατέρα σου να αρπάζονται άγρια στο μπάνιο πρωινιάτικα. Ή στο δρόμο θα είχες προσπεράσει κάτι λακκούβες με νερό και βενζινολαδιές, που κάνανε ουράνια τόξα. Θέλω να πω, θα ήσουν αλλιώτικος με κάποιο τρόπο- καλύτερα δεν γίνεται να το εξηγήσω. Μα κι αν ακόμα το μπορούσα, και πάλι δε νομίζω πως θα είχα διάθεση.»

Τετάρτη 30 Μαΐου 2012

Στην πόλη


Θα περπατήσω ως την επόμενη στάση
και θα κοιτάω τους ανθρώπους  που περπατάνε
ή μένουν ακίνητοι.
Και θα κοιτάω τις παράλληλες γραμμές στον ουρανό,
τα δορυφορικά πιάτα, τις κεραίες της τηλεόρασης
και τα τρόλεϊ.
Πάντα θα κοιτάω τα τρόλεϊ
και τα λεωφορεία και τα ταξί,
 τους πλανόδιους,
 τα καφάσια με τα φρούτα,
 τους φοιτητές,
τους αποχαιρετισμούς στις αποβάθρες,
τα διαφημιστικά φυλλάδια,
τα πλακάκια στο πεζοδρόμιο,
τα σήματα κυκλοφορίας,
τα STOP.
Το φανάρι είναι πράσινο.
Κοιτάω τα μάτια σου.
Περνάω απέναντι.

Κυριακή 20 Μαΐου 2012

Γυναίκες, Τσαρλς Μπουκόφσκι


Τον τελευταίο καιρό ένιωθα μέσα μου ανυπέρβλητη επιθυμία να διαβάσω κάτι από Μπουκόφσκι. Χρειαζόμουν ένα ισχυρό σοκ. Παλιότερα είχα διαβάσει ένα βιβλίο με ημερολογιακά κείμενα «Ο καπετάνιος έχει κόψει αλυσίδα. Το πλοίο είναι στα χέρια των ναυτών». Έψαχνα το «Η αγάπη είναι ένας σκύλος από την κόλαση». Το καλοκαίρι ένας φίλος μας είχε απαγγείλει στιχάκια όταν περιμέναμε έξω από το θερινό Βοξ, την παρέα να μαζευτεί για να δούμε ταινία. Έπεσε στα χέρια μου το «Γυναίκες».  Είχε τον δικό του τρόπο να με συγκινήσει. Από αυτό σας παραθέτω μερικά αποσπάσματα.

«Ήμουν αυτό που λένε αισθηματίας. Συγκινιόμουν με ένα σωρό χαζά πράγματα: γυναικεία παπούτσια κάτω από ένα κρεβάτι, μια ξεχασμένη φουρκέτα στο νεροχύτη, από τον τρόπο που έλεγαν «πάω να κατουρήσω», από τις κορδέλες τους, όταν τις έβλεπα να διασχίζουν το δρόμο  1.30 το απομεσήμερο, από τα ατέλειωτα βράδια του συντροφικού πιοτού, από τους καβγάδες, τις ψιλοκουβέντες, τότε που σκέφτεται κανείς την αυτοκτονία. Και ακόμα έλιωνα όταν ένιωθα να συντελείται το θαύμα, όταν καθόμουν μαζί τους στο αμάξι μου, όταν αναθυμιόμουν τους έρωτές μου στις 3 τα ξημερώματα, όταν μου έλεγαν ότι ροχαλίζω, όταν άκουγα τα ροχαλητά τους, όταν μόνος μου σε ένα εστιατόριο διάβαζα την εφημερίδα μου και ήθελα να ξεράσω γιατί σκεφτόμουν πως τώρα είναι παντρεμένη με έναν διανοητικά ανάπηρο οδοντίατρο. Όταν έπινα, όταν χόρευα. Όταν φλέρταρα, όταν φλέρταραν. Όταν κοιμόμουν μαζί τους…»

«Και η αγάπη;» Ρώτησε η Βάλερι.
«Η αγάπη δεν παρουσιάζει προβλήματα σε εκείνους που ξέρουν να αντέξουν την ψυχική φόρτιση. Είναι σαν να προσπαθείς να κουβαλήσεις έναν σκουπιδοτενεκέ στην πλάτη σου πάνω από ένα ποτάμι αφρισμένα κάτουρα.»

«Οι ερωτευμένοι συχνά είναι νευρωτικοί, επικίνδυνοι. Χάνουν κάθε αίσθηση προοπτικής και χιούμορ. Γίνονται υστερικοί, ψυχωτικοί, ανιαροί. Καμιά φορά γίνονται και δολοφόνοι.»

«Έτσι και αλλιώς οι ανθρώπινες σχέσεις είναι αδιέξοδες. Μόνο οι δυο πρώτες βδομάδες έχουν ενδιαφέρον, μετά τα πράγματα γίνονται επίπεδα, πλαδαρά. Οι μάσκες πέφτουν και εμφανίζονται τα αληθινά πρόσωπα: τρελοί, ηλίθιοι, παρανοϊκοί, εκδικητικοί, σαδιστές, δολοφόνοι. Η σύγχρονη κοινωνία έχει δημιουργήσει ανθρώπους που κατασπαράσουν ο ένας τον άλλον. Κανίβαλοι. Τα πάντα μοιάζουν με μονομαχία μέχρι θανάτου που διαδραματίζεται πάνω σε ένα τραπέζι μπιλιάρδου…  Η μεγαλύτερη διάρκεια που μπορούμε να ελπίζουμε για μια σχέση μας είναι δυόμισι χρόνια.»

                                                                (Μετάφραση: Χρύσα Τσαλικίδου, εκδόσεις: Οδυσσέας)
                          

Δευτέρα 7 Μαΐου 2012

 Το να βγάζεις ένα βιβλίο στην Ελλάδα, είναι συχνά ένα πρόβλημα. Ακόμα συχνότερα, είναι μια περιπέτεια. 
 Σε γενικές γραμμές, τα κυριότερα προβλήματα που αντιμετωπίζεις όταν βγάζεις ένα βιβλίο, στην χώρα αυτή, είναι:
  1. Να βρεις ποιος θα το εκδώσει.
    Και μετά:
  2. Να βρεις ποιος θα το διαβάσει.
    Για ορισμένους συγγραφείς υπάρχει και τρίτο πρόβλημα:
  3. Να βρεις ποιος θα το γράψει.
    Στην Ελλάδα όλοι οι άνθρωποι είναι λίγο συγγραφείς - εκτός από μερικούς συγγραφείς...


 Δεν μ' αρέσει να παίρνω τραγικό ύφος, όσο κι αν το βιβλίο, απ'όποια σκοπιά και αν το δεις, είναι μια τραγική ιστορία. Θα μιλήσω όμως για κάποια άλλα πράγματα που ζει ένας συγγραφέας στο περιθώριο της προσωπικής του τραγωδίας.
Όταν βγάζεις ένα βιβλίο πρέπει:
  1. Να στείλεις το βιβλίο που έγραψες στους φίλους σου - όσους σου έμειναν:
    Και:
  2. Να περιμένεις να απαντήσουν, σύμφωνα με τους κανόνες της καλής συμπεριφοράς - όση τους έμεινε.
    Υπάρχει και ένα τρίτο πρόβλημα:
  3. Να μην σου απαντήσει κανείς!
 Γενικά στην Ελλάδα, οι άνθρωποι δεν απαντούν σχεδόν ποτέ, όταν τους στέλνεις ένα βιβλίο. Είναι πιθανό να σου απαντήσουν αν τους στείλεις μία βιντεοκασέτα, ένα ημερολόγιο τοίχου ή μία φωτογραφία της Μαρίας Αλιφέρη από το "Όσα παίρνει ο Άνεμος..."
 Το βιβλίο, όμως, είναι κάτι άλλο. Είναι ένα αβάσταχτο βάρος που δεν το θέλει κανείς.
 Έχει τύχει να συναντήσω φίλους στον δρόμο και να τους ρωτήσω: "Πήρες το βιβλίο που σου έστειλα;" Οι περισσότεροι απαντούν βιαστικά: "Ναι, το πήρα". Και ορμούν την ίδια ώρα στο απέναντι πεζοδρόμιο με κόκκινο - με κίνδυνο να τους πατήσει αυτοκίνητο!
 Άλλοι πάλι χλωμιάζουν και σου απαντούν ταραγμένα "Όχι, δεν πήρα τίποτε". Είναι σαν να τους ρώτησες αν έκαναν υπεξαίρεση στην Εθνική Τράπεζα. Μερικοί ρίχνουν και λοξές ματιές γύρω τους, μην τυχόν τους ακούει κανένας εισαγγελέας.
 Το έχω ξαναπεί. Το βιβλίο στην Ελλάδα είναι λίγο σαν ποινικό αδίκημα. Κανένας δεν θέλει να είναι συνεργός.
 Όλοι σ' αφήνουν να κάτσεις στο σκαμνί μόνος σου...

 Υπάρχει βέβαια και η κατηγορία των ανθρώπων που σου λένε ότι διάβασαν το βιβλίο σου, χωρίς να το έχουν διαβάσει. Στην Ελλάδα αυτή η κατηγορία είναι ο κανόνας.
 Πριν από λίγο καιρό έγραψα την "Εκτέλεση", ένα βιβλίο γύρω από την δολοφονία ενός πολιτικού του αιώνα μας. Πίστευα ότι είχα γράψει ένα δραματικό βιβλίο, ως τη μέρα που πήρα μία κάρτα από ένα φίλο υπουργό, στον οποίο είχα την έμπνευση να το στείλω. Η κάρτα έγραφε: 
" Αγαπητέ φίλε,
Πολύ χάρηκα με το διασκεδαστικό και πνευματώδες βιβλίο σου. Το τελείωσα χτες και γελάω ακόμα! Τι άλλο να σου πω; Μπράβο, μπράβο, μπράβο.
Με τιμή
(υπογραφή δυσανάγνωστη)

Υ.Γ. Και πάλι μπράβο."

Ποτέ δεν φανταζόμουν ότι η εκτέλεση ενός ανθρώπου μπορεί να είναι διασκεδαστικό και πνευματώδες βιβλίο, αλλά όλα πρέπει να τα περιμένεις από έναν πολιτικό - ιδίως από την ώρα που αποφάσισε να γίνει πολιτικός...

(απόσπασμα από το βιβλίο "Τρελαθήκαμε εντελώς;" του Φρέντυ Γερμανού)

Πέμπτη 26 Απριλίου 2012

ΠΡΟΕΙΔΟΠΟΙΗΣΗ: Δεν πουλώ ύφος, στυλ, λογοτεχνία. Δεν γράφω διηγήματα. Καταθέτω γεγονότα και συμπτώματα της εποχής που ζω. Όλα όσα γράφω συνέβησαν. Σε μένα ή σε άλλους. Χρόνια τώρα σπαταλιέμαι, παρακολουθώντας όλα κι όλους. Η ζωή περνά από μέσα μου, με διαποτίζει με την ασκήμια της, με γεμίζει λύσσα με την αδικία της την οργανωμένη, με ταπεινώνει με την ανημποριά μου ν' αντιδράσω, να επαναστατήσω αποτελεσματικά, να υπερασπιστώ το μαζικό μας εξευτελισμό. Αν ξαναγινόμουν είκοσι χρονών θα ξεκινούσα από τις κορφές των βουνών, αντάρτης, ληστής, πειρατής, ν' ανοίξω τα μάτια εκείνων που δέχονται αδιαμαρτύρητα τη μοίρα τους, όσο και κείνων που εθελοτυφλούν. Όχι, η επανάστασή μου δεν θα στρεφόταν κατά του κατεστημένου και του συστήματός του, αλλά εναντίον εκείνων που το ανέχονται. Θα σκότωνα, θα τσάκιζα την κακομοιριά, την υποταγή, την ταπεινοφροσύνη. Η γη έτσι κι αλλιώς δε χωρά άλλους ταπεινούς και καταφρονεμένους. Όπως δε χωρά άλλα φερέφωνα προκάτ επανάστασης. Η ζωή γίνηκε πια πάρα πολύ απάνθρωπη για να την καλουπώνουμε σε σχήματα, δε μας ανήκει καν, όπως δε μας ανήκει τίποτα, από τη γη που κατοικούμε ώς τα πρόσωπά μας. Όταν ο κάθε τυχάρπαστος, ο κάθε τιποτένιος, μπορεί να μας δέσει πάνω σε μια καρέκλα, σ' έναν πάγκο ή σ' ένα κρεβάτι, να μας φτύσει, να μας μαστιγώσει, να μας βιάσει. Το Σύστημα αποχαλινωμένο καλλιεργεί σκόπιμα την ασυνειδησία, την αγριότητα, το χάος, καταλύοντας το σεβασμό για τον ανθρώπινο παράγοντα. Δεν άφησε τίποτα ανεκμετάλλευτο, από το «χάσμα των γενιών» που αποκόβει τους ανθρώπους μεταξύ τους και ετοιμάζει τους αυριανούς παιδιά-καταδότες του Χίτλερ, ώς την κατάργηση της οικογένειας. Ο άνθρωπος βγαίνει στο σφυρί. Για να μη βρίσκει το Σύστημα καμιά αντίδραση και να μπορέσει αύριο να βγάλει ελεύθερα στο σφυρί και τις πατρίδες. Ο Παπαδόπουλος ήταν μια δοκιμή και στον ευρωπαϊκό χώρο, κατά το σύστημα των χιλιάδων πειραμάτων που πραγματοποιούνται σ' όλες τις περιοχές του πλανήτη. Η συνταγή είναι πια κοινή: Όταν ένας λαός σηκώσει κεφάλι κατά του κυβερνήτη του, εκπρόσωπου του κεφαλαιοκρατικού συστήματος, βρείτε έναν αλήτη και αναθέστε του να περάσει χειροπέδες σ' αυτό το λαό. Κι αφήστε τον να εξουθενωθεί. Το πιθανότερο είναι να συνηθίσει και να μείνει εξουδετερωμένος από τριάντα μέχρι σαράντα χρόνια, όπως συνέβη στην Ισπανία και την Πορτογαλία. Επειδή όμως οι καιροί άλλαξαν, τα πράματα πάνε γρηγορότερα, η συνταγή τροποποιήθηκε. Πάρτε τα κλειδιά από τον αλήτη, δώστε τα στον παλιό κυβερνήτη και στείλτε τον να ξεκλειδώσει τις χειροπέδες. Ο λαός θα του γλείφει τα χέρια, βλέποντάς τον σαν ελευθερωτή του. Γι' αυτό και μεις, τα σύγχρονα πειραματόζωα, οφείλουμε να χρησιμοποιούμε πάντα τον όρο π.Χ., που θα σημαίνει πια «προ Χούντας», και μ.Χ., «μετά τη Χούντα». Γιατί το πείραμα πέτυχε και δεν πρέπει να το λησμονούμε ούτε στιγμή. Η Ελλάδα εκδίδεται, συνειδητά και ασύνειδα. Ούτε ένας αθώος. Ανεύθυνος κανένας.

Οκτώβρης 1978 μ.Χ.

Τρίτη 10 Απριλίου 2012

Το τελευταίο ποιήμα του Jorge Luis Borges


"Si pudiera vivir nuevamente mi vida.
En la proxima cometería más errores.
No intentería ser tan perfecto, me relajaría más.
Sería mas tonto de lo que he sido, de hecho tomaría pocas cosas con seriedad.
Sería menos higiénico.
Correría más riesgos, haría más viajes, contemplaría más atardeceres, subiría más montañas, nadaría más ríos.
Iría a más lugares adonde, nunca he sido, comería más helados y menos habas, tendría más problémas reales y menos imaginarios.
Yo fui de esas personas que vivió sensata y profilicamente
Cada minuto de su vida; claro que tuve momentos de alegría.
Pero si no lo saben, de eso está hecha la vida, sólo de momentos; no te pierdas el ahora.
Yo era uno de esos que nunca iban a ninguna parte sin un termómetro, una bolsa de agua caliente, un paraguas y un paracaídas.
Si pudiera volver a vivir comenzaría a andar descalzo a principios de la primavera y seguiría así hasta concluir el otoño.
Daría más más vueltas en calesita, contemplaría más amaneceres y jugaría con más niños, si tuviera otra vez la vida por delante.
Pero ya ven, tengo 85 años y se que me estoy muriendo..."

 

Αν μπορούσα να ζήσω τη ζωή μου από την αρχή.
Στην επόμενη θα έκανα πιο πολλά λάθη.
Δεν θα προσπαθούσα να είμαι τόσο σωστός και θα ηρεμούσα περισσότερο.
Θα ήμουν πιο αφελής από ότι ήμουν, και πραγματικά θα έπαιρνα λίγα πράγματα στα σοβαρά.
Θα ήμουν λιγότερο υποχόνδριος
Θα έπαιρνα περισσότερα ρίσκα, θα ταξίδευα περισσότερο, θα έβλεπα πιο πολλά ηλιοβασιλέματα, θα ανέβαινα περισσότερα βουνά, θα κολυμπούσα περισσότερα ποτάμια.
Θα πήγαινα σε μέρη που ποτέ δεν πήγα, θα έτρωγα περισσότερα παγωτά και λιγότερες φακές, θα είχα πιο πολλά πραγματικά και λιγότερα φανταστικά προβλήματα.
Εγώ υπήρξα από εκείνους τους ανθρώπους που ζουν λογικά και συνετά κάθε στιγμή της ζωής τους. Φυσικά, είχα κάποιες στιγμές ευτυχίας.
Αλλά για όσους δεν το ξέρουν, από αυτό φτιάχνεται η ζωή, μόνο από στιγμές.  Άδραξε τη μέρα.
Εγώ ήμουν ένας από εκείνους που ποτέ δεν πάνε πουθενά χωρίς θερμόμετρο, ζεστό νερό, ομπρέλα και αλεξίπτωτο.
Αν μπορούσα να ζήσω από την αρχή, θα άρχιζα να περπατάω ξυπόλητος τις αρχές τις άνοιξης και θα συνέχιζα έτσι ως το φθινόπωρο.
Θα ανέβαινα περισσότερες φορές στα καρουζέλ, θα έβλεπα πιο πολλές χαραυγές και θα έπαιζα με περισσότερα παιδιά, αν είχα άλλη ζωή μπροστά μου.
Αλλά ήδη πάει, είμαι 85 χρονών και ξέρω πως πεθαίνω…

Τετάρτη 4 Απριλίου 2012

Τα τείχη (Κ.Π. Καβάφης)

Χωρίς περίσκεψιν, χωρίς λύπην, χωρίς αιδώ
μεγάλα κ’ υψηλά τριγύρω μου έκτισαν τείχη.
 
Και κάθομαι και απελπίζομαι τώρα εδώ.
Άλλο δεν σκέπτομαι: τον νουν μου τρώγει αυτή η τύχη·

διότι πράγματα πολλά έξω να κάμω είχον.             
A! όταν έκτιζαν τα τείχη πώς να μην προσέξω.

Aλλά δεν άκουσα ποτέ κρότον κτιστών ή ήχον.
Aνεπαισθήτως μ’ έκλεισαν από τον κόσμον έξω.

Διαβάζοντας το ποίημα, αντιλαμβανόμαστε ότι το θέμα του μας είναι οικείο, και δεν αφορά μόνο έναν Καβάφη, που ένιωθε περιθωριοποιημένος λόγω της ομοφυλοφιλίας του αλλά  και παρηκμασμένος καθώς γερνούσε. Η περιθωριοποίηση είναι φαινόμενο των κοινωνικών σχέσεων, έκφανση στο ξεδίπλωμα της οποίας αστράφτουν στιγμές της ουσίας του κοινωνικού γίγνεσθαι.

 Στον καπιταλιστικό κόσμο, ο χώρος είναι και δεν είναι ενιαίος. Η κοινωνία είναι ένα όλο, ένα δομημένο σύνθετο όλο που τέμνεται όμως από την ταξική αντίθεση κεφαλαίου-εργασίας. Τα τείχη υπάρχουν ήδη χτισμένα αλλά δεν ορθώνονται ποτέ μπροστά από τα μάτια του ατόμου, πριν αυτό αντικρίσει ολόκληρη την κοινωνική δομή, ώστε να δει τον τραυματικό διχασμό, και όχι απλώς τις επιμέρους πληγές και χαρακιές της ατομικής ζωής του.

Αναδημοσίευση από το ιστολόγιο: "Τάξεις και ηθική". Ολόκληρο το κείμενο:  http://takseis-ithikh.blogspot.com/

Δευτέρα 2 Απριλίου 2012

Επίλογος, του Τάσου Λειβαδίτη

Επίλογος

Ήταν ένας νέος ωχρός. Καθόταν στο πεζοδρόμιο.
Χειμώνας, κρύωνε.
Τι περιμένεις; του λέω.
Τον άλλον αιώνα, μου λέει.

"Που να πάω"

Όσο για μένα, έμεινα πάντα ένας πλανόδιος πωλητής αλλοτινών πραγμάτων,
αλλά... αλλά ποιος σήμερα ν' αγοράσει ομπρέλες από αρχαίους κατακλυσμούς.

"Χρωματίζω πουλιά και περιμένω να κελαηδήσουν"

Αλλά μια μέρα δεν άντεξα.
Εμένα με γνωρίζετε, τους λέω.
Όχι, μου λένε.
Έτσι πήρα την εκδίκησή μου και δε στερήθηκα ποτέ τους μακρινούς ήχους.

"Τραγουδάω, όπως τραγουδάει το ποτάμι"

Κι ύστερα στο νοσοκομείο που με πήγαν βιαστικά...
Τι έχετε, μου λένε.
Εγώ; Εγώ τίποτα, τους λέω. Μόνο πέστε μου γιατί μας μεταχειρίστηκαν,
μ' αυτόν τον τρόπο.

Το βράδυ έχω βρει έναν ωραίο τρόπο να κοιμάμαι.
Τους συγχωρώ έναν-έναν όλους.
Άλλοτε πάλι θέλω να σώσω την ανθρωπότητα,
αλλά εκείνη αρνείται.

"Όμως απόψε, βιάζομαι απόψε,
να παραμερίσω όλη τη λησμονιά
και στη θέση της ν' ακουμπήσω,
μια μικρή ανεμώνη."

Κύριε, μάρτησα ενώπιόν σου, ονειρεύτηκα πολύ
"μια μικρή ανεμώνη." έτσι ξέχασα να ζήσω.
Μόνο καμιά φορά μ' ένα μυστικό που το 'χα μάθει από παιδί,
ξαναγύριζα στον αληθινό κόσμο, αλλά εκεί κανείς δε με γνώριζε.
Σαν τους θαυματοποιούς που όλη τη μέρα χάρισαν τ' όνειρα στα παιδιά
και το βράδυ γυρίζουν στις σοφίτες τους πιο φτωχοί κι απ' τους αγγέλους.
Ήτανε πάντοτε αλλού.

Και μόνο όταν κάποιος μας αγαπήσει, ερχόμαστε για λίγο
κι όταν δεν πεθαίνει ο ένας για τον άλλον είμαστε κιόλας νεκροί.

"Sos, Sos, Sos, Sos
Φυσάει απόψε φυσάει,
τρέχουν οι δρόμοι λαχανιασμένοι φυσάει,
κάτω από τις γέφυρες φυσάει,
μες στις κιθάρες φυσάει.

Φυσάει απόψε φυσάει,
μες στις κιθάρες φυσάει.

Δώσ' μου το χέρι σου φυσάει,
δώσ' μου το χέρι σου



Τάσος Λειβαδίτης