«Πήγα στα δάση γιατί θέλησα να ζήσω με σκοπό, θέλησα να ζήσω βαθειά, να ρουφήξω το μεδούλι της ζωής, να αποδιώξω ότι δεν ήτανε ζωή και όχι όταν πεθάνω ν’ ανακαλύψω πως δεν έζησα…»


Τετάρτη 4 Ιουλίου 2012


"Να διδάσκεις (docere), να συναρπάζεις (delectare), να συγκινείς και να πείθεις (movere). Για να τελεστούν με τον καλύτερο τρόπο αυτές οι λειτουργίες, η ρητορική σύμφωνα με τον Κικέρωνα πρέπει να συνδυάζει την ομορφιά του λόγου (eloquentia) με τη φιλοσοφική παιδεία (sapientia). H σοφία που στερείται ευγλωττίας δεν ωφελεί την κοινωνία, αλλά μία ευγλωττία που στερείται σοφίας είναι στις περισσότερες περιπτώσεις ιδιαίτερα επιβλαβής και σε καμία περίπτωση ωφέλιμη (de inventione 1,1). Η θεωρία αυτή -που ενστερνίζεται το ιδανικό του vir bonus dicenti peritus (τον "ενάρετο, ικανό στον λόγο, άνθρωπο") του Κάτωνα, αφήνοντας πίσω της τη συνταγή rem tene, verba sequentur ("πρώτα οι ιδέες κι έπειτα οι λέξεις")- θα αποτελέσει το επίκεντρο των ώριμων έργων του Κικέρωνα (De oratore, Bruto oratore), τα οποία εμπνέονται όλα από το πρότυπο του πλατωνικού διαλόγου και υπογραμμίζουν την απόστασή τους από τον τεχνικισμό των σύγχρονων εγχειριδίων και φυλλαδίων των λατίνων ρητόρων. Ο ρήτορας που μπορεί να συνδυάσει την εξαίρετη τεχνική της eloquentia με τη sapientia, θα είναι ο ιδανικός πολιτικός. Επιπλέον, θα είναι κάτι σαν θεός μεταξύ των ανθρώπων. Αυτό το δίπολο της eloquentia-sapientia γίνεται κυρίαρχη αρετή και καθολική επιστήμη. Ωστόσο, η προτεραιότητα -ή μάλλον η εμμονή- του Κικέρωνα παραμένει πάντα η πολιτική: γι'αυτόν, όπως και για την μακραίωνη προγενέστερη παράδοση, ο λόγος όχι μόνον εκπροσωπεί το πιο εμφανές στοιχείο της ανωτερότητας του ανθρώπου απέναντι στα ζώα, όχι μόνον εγγυάται φήμη, τιμές και κύρος στον ρήτορα, αλλά κυρίως προσφέρει αναρίθμητα οφέλη στην Πολιτεία."

Παρασκευή 22 Ιουνίου 2012


"Τρόμαξα,είδα για πρώτη φορά πόσο δημιουργική είναι η επέμβαση του ανθρώπου και πόσο μεγάλη η ευθύνη του.Αν η πραγματικότητα δεν παίρνει τη μορφή που θέμε,εμείς φταίμε΄ό,τι δεν πεθυμήσαμε αρκετά,αυτό το λέμε ανύπαρχτο΄πεθύμησέ το,πότισέ το με το αίμα σου,με τον ιδρώτα και τα δάκρυα,και θα πάρει κορμί.Η πραγματικότητα τίποτ'άλλο δεν είναι παρά η υποταγμένη στην πεθυμιά μας και στον πόνο μας χίμαιρα."


   "Ο άνθρωπος δεν αντέχει στην απόλυτη λευτεριά΄μια τέτοια λευτεριά τον φέρνει στο χάος΄αν ήταν μπορετό να γεννιόταν άνθρωπος με απόλυτη λευτεριά,το πρώτο χρέος του,αν ήθελε να'ναι χρήσιμος απάνω στη γης,θα'ταν να περιορίσει τη λευτεριάν αυτή΄μονάχα σ'ένα ορισμένο,περιορισμένο αλώνι αντέχει ο άνθρωπος να δουλέψει."


   "Ο δημιουργός παλεύει με ουσία σκληρή,αόρατη,ανώτερή του΄κι ο πιο μεγάλος νικητής βγαίνει νικημένος΄γιατί πάντα το πιο βαθύ μας μυστικό,το μόνο που άξιζε να ειπωθεί,μένει ανείπωτο.Δεν υποτάζεται ποτέ αυτό στο υλικό περίγραμμα της τέχνης΄πλαντούμε στην κάθε λέξη΄βλέπουμε ένα δέντρο ανθισμένο,ένα ήρωα,μια γυναίκα,το άστρο της αυγής και φωνάζουμε: Αχ! και τίποτ'άλλο δεν μπορεί να χωρέσει τη χαρά μας.Όταν το Αχ! αυτό θελήσουμε,αναλύοντάς το,να το κάμουμε στοχασμό και τέχνη,να το μεταδώσουμε στους ανθρώπους,να το σώσουμε από την ίδια μας τη φθορά,πώς ξευτελίζεται σε λόγια αδιάντροπα,βαμμένα,γεμάτα αέρα και φαντασία!
    Κι όμως,αλίμονο! τρόπος άλλος να μεταδώσουμε στους ανθρώπους το μόνο αθάνατο μέσα μας,το Αχ! ετούτο,δεν υπάρχει.Οι λέξες! οι λέξες! Άλλη για μένα σωτηρία,αλίμονο,δεν υπάρχει.Δεν έχω στην εξουσία μου παρά είκοσι τέσσερα μολυβένια στρατιωτάκια,τα είκοσι τέσσερα γράμματα της αλφαβήτας,θα κηρύξω επιστράτεψη,θα σηκώσω στρατό,θα παλέψω με το θάνατο.
    Ξέρω καλά πως ο θάνατος δε νικιέται΄μα η αξία του ανθρώπου δεν είναι η Νίκη,παρά ο αγώνας για τη Νίκη.Και ξέρω ακόμα ετούτο,το δυσκολώτερο:δεν είναι ούτε ο αγώνας για τη Νίκη΄η αξία του ανθρώπου είναι μια μονάχα,ετούτη:να ζει και να πεθαίνει παλικαρίσια και να μην καταδέχεται αμοιβή.Κι ακόμα ετούτο,το τρίτο,ακόμα πιο δύσκολο:η βεβαιότητα,πως δεν υπάρχει αμοιβή,να μη σου κόβει τα ήπατα παρά να σε γεμίζει χαρά,υπερηφάνια κι αντρεία."


   "Κάθε άρτιος άνθρωπος έχει μέσα του,στην καρδιά της καρδιάς του,ένα κέντρο μυστικό και γύρα του περιστρέφουνται τα πάντα΄ο μυστικός αυτός στρόβιλος δίνει ενότητα στο στοχασμό και στην πράξη μας,και μας βοηθάει να βρούμε ή να εφεύρουμε την αρμονία του κόσμου.'Άλλοι έχουν τον έρωτα,άλλοι τη δίψα της μάθησης,άλλοι την καλοσύνη ή την ομορφιά΄ή τη λαχτάρα του χρυσαφιού και της εξουσίας΄κι όλα τ'αξιολογούν και τα υποτάζουν στο κεντρικό τους αυτό πάθος.Αλίμονο στον άνθρωπο που μέσα του δε νιώθει να τον κυβερνάει ένας απόλυτος μονάρχης΄η ζωή του κατασκορπίζεται ακυβέρνητη κι ασυνάρτητη σε όλους τους ανέμους."




από την Αναφορά στον Γκρέκο του Νίκου Καζαντζάκη

Τρίτη 19 Ιουνίου 2012

"Στον κόσμο αυτό υπάρχει πάντα ένα άτομο
που περιμένει ένα άλλο, είτε στη μέση μιας ερήμου
είτε στη μέση μιας μεγάλης πόλης
Κι όταν οι δύο αυτοί άνθρωποι διασταυρώνονται
και οι ματιές τους σμίγουν,
το παρελθόν και το μέλλον χάνουν τη σημασία τους
και το μόνο πράγμα που υπάρχει είναι εκέινη η στιγμή
μαζί με την απίστευτη βεβαιότητα ότι τα πάντα
κάτω από τον ήλιο είναι γραμμένα από το ίδιο Χέρι
το Χέρι που αφυπνίζει την Αγάπη..."



- Paulo Coelho
Ρώτησαν κάποτε το Ναστραντίν Χότζα:
" Όταν γίνεται ένα καινούργιο φεγγάρι, το παλιό τι το κάνουν;"
Κι αυτός απάντησε:

"Το ψαλιδίζουν και το κάνουν άστρα"

(Απόσπασμα από το βιβλίο "Μέσα στις Φλόγες" της Διδώ Σωτηρίου)

Κυριακή 3 Ιουνίου 2012

"  Η απόφαση να υιοθετήσεις τη ροπή σου για τη λογοτεχνία σαν να ήταν η μοίρα σου θα πρέπει να μετατραπεί σε δουλεία, σε τίποτα λιγότερο από σκλαβιά. Για να σου το εξηγήσω μ'έναν παραστατικό τρόπο, θα σου πώ ότι μόλις έκανες αυτό που έκαναν, ως φαίνεται, ορισμένες κυρίες του 19ου αιώνα τρομοκρατημένες με τα κιλά τους, οι οποίες, προκειμένου ν'αποκτήσουν τη σιλουέτα συλφίδας, κατάπιναν μια ταινία. Είχες ποτέ την ευκαιρία να γνωρίσεις κάποιον που φέρει στα σπλάχνα του αυτό το φοβερό παράσιτο; Εγώ ναι, και μπορώ να σε διαβεβαιώσω ότι αυτές οι κυρίες ήταν ηρωίδες, μάρτυρες της ομορφιάς. Στις αρχές της δεκαετίας του '60, στο Παρίσι, είχα έναν καταπληκτικό φίλο, τον Χοσέ Μαρία, έναν νεαρό Ισπανό, ζωγράφο και κινηματογραφιστή, που έπασχε από αυτή την ασθένεια. Μόλις η ταινία εγκατασταθεί στον οργανισμό, ταυτίζεται μαζί του, τρέφεται απ'αυτόν, μεγαλώνει και δυναμώνει εις βάρος του, ενώ είναι πολύ δύσκολο να εκδιωχθεί από αυτό το σώμα χάρη στο οποίο ευημερεί, και το οποίο έχει αποικήσει. Ο Χοσέ Μαρία αδυνάτιζε παρά το γεγονός ότι έπρεπε να τρώει και να πίνει υγρά (κυρίως γάλα) διαρκώς, για να κατευνάσει την ανησυχία του ζώου που είχε βρει καταφύγιο στα έντερά του, καθώς, εάν δεν το έκανε, η αδιαθεσία του γινόταν ανυπόφορη. Όμως ότι έτρωγε και έπινε δεν ήταν για δικό του κέφι και ευχαρίστηση, αλλά για την ταινία. Μια μέρα που μιλούσαμε σ'ένα μικρό μπιστρό του Μονπαρνάς με κατέπληξε με την ακόλουθη εξομολόγηση: "Κάνουμε τόσα πράγματα μαζί. Πηγαίνουμε σινεμά, πηγαίνουμε σε εκθέσεις, ψάχνουμε σε βιβλιοπωλεία και μιλάμε με τις ώρες για πολιτική, για βιβλία,για φιλμ, για κοινούς φίλους. Κι εσύ νομίζεις ότι εγώ τα κάνω όλα αυτά με τον ίδιο τρόπο που τα κάνεις εσύ. Αλλά κάνεις λάθος. Εγώ τα κάνω για κείνη, για την ταινία. Αυτή την εντύπωση έχω: ότι τώρα όλη μου την ζωή δεν την ζω για μένα αλλά γι'αυτό που έχω μέσα μου, του οποίου δεν είμαι πια παρά ένας υπηρέτης".
  Από τότε μου αρέσει να παρομοιάζω την κατάσταση του συγγραφέα μ'εκείνη του φίλου μου Χοσέ Μαρία όταν είχε μέσα του την ταινία. Η λογοτεχνική κλίση δεν είναι διασκέδαση, σπορ, ένα εκλεπτυσμένο παιχνίδι που παίζεται τον ελεύθερο χρόνο. Είναι μία πλήρης και αποκλειστική απασχόληση, μια απόλυτη προτεραιότητα, μια δουλεία που έχει επιλεγεί ελεύθερα και μετατρέπει τα θύματά της (τα ευτυχισμένα θύματά της) σε σκλάβους. Όπως με την ταινία του φίλου μου στο Παρίσι, η λογοτεχνία γίνεται μια μόνιμη δραστηριότητα, κάτι που καταλαμβάνει την ύπαρξη, που υπερβαίνει τις ώρες που αφιερώνει κανείς στο γράψιμο και διαποτίζει όλες τις άλλες ασχολίες, καθώς η λογοτεχνική κλίση τρέφεται από την ζωή του συγγραφέα όπως ακριβώς η επιμήκης ταινία από τα σώματα στα οποία εισβάλλει. Ο Φλομπέρ έλεγε: "Το γράψιμο είναι τρόπος ζωής". Με άλλα λόγια, όποιος έκανε δική του αυτή την όμορφη και απαιτητική κλίση δεν γράφει για να ζει, αλλά ζει για να γράφει."

Σάββατο 2 Ιουνίου 2012

Ο φύλακας στη σίκαλη, J.D. Salinger


Τελειώναμε την Τρίτη γυμνασίου και ήταν όμορφη χρονιά. Ειδικά εκείνη η άνοιξη ήταν υπέροχη και εμείς ήδη μπαίναμε στο καλοκαίρι. Ήταν ωραία όταν τα απογεύματα μαζευόμασταν να παίξουμε βόλεϊ, ή όταν περπατάγαμε ατέλειωτες φορές την ίδια διαδρομή μιλώντας για όσα μιλιούνται ή όταν αντιγράφαμε cd γιατί δεν ήταν ακόμα δημοφιλές να κατεβάζεις τραγούδια από το youtube.
Την τελευταία Κυριακή, μας μάζεψε η φιλόλογος σπίτι της και μας μαγείρεψε. Μας έδειχνε τα βιβλία της και μας πρότεινε να διαβάσουμε το «Φύλακα στη σίκαλη». Μετά από πολλά χρόνια, εξακολουθώ να την θυμάμαι κάθε φορά που βλέπω το βιβλίο σε προσφορά στον Παπασωτηρίου ή στην Πρωτοπορία. Ίσως, παρόλα αυτά να μην το διάβαζα ποτέ. «Κλασσικό είναι ένα βιβλίο που όλοι μιλάνε για αυτό αλλά κανείς δεν το έχει διαβάσει». Το πρόβλημα είναι ότι το διάβασαν η Δ. και η Ν.. Και το χειρότερο, διαφώνησαν σχετικά με τη λογοτεχνική του αξία. Η γνώμη μου άρχισε τότε να αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Σχεδόν «αναγκάστηκα» να το διαβάσω.
Ξεχώρισα πιο πολύ τα σημεία εκείνα που μιλάγανε για τη μοναξιά μέσα στην πόλη. Τη μοναξιά που νιώθεις όταν είσαι με πολλούς ανθρώπους γύρω σου.

«Δεν του απάντησα. Το μόνο που έκανα, ήταν που σηκώθηκα και πήγα και κοίταξα από το παράθυρο. Ξαφνικά ένιωθα πολύ μονάχος μου. Σχεδόν παρακάλαγα να είχα πεθάνει.»

«Ήταν σκέτη θλίψη, ακόμα και έξω στο δρόμο. Δεν άκουγες πια ούτε αυτοκίνητα να περνάνε. Ένιωθα τόσο μονάχος και χάλια που μου ‘ρθε μια διάθεση να ξυπνήσω τον Άκλεϋ.»

«Αυτό που το έκανε ακόμα χειρότερο είναι που έξω είχε τέτοια ησυχία και ερημιά και ας ήτανε σαββατόβραδο. Στον δρόμο δεν έβλεπες σχεδόν ψυχή. Καμιά φόρα μόνο έβλεπες κανέναν άντρα με μια κοπέλα, που περνάγανε απέναντι αγκαλιασμένοι από τη μέση, ή καμιά αλητοπαρέα με τα κορίτσια τους, που γελάγανε σαν ύαινες χωρίς να υπάρχει τίποτα αστείο- στοίχημα πήγαινες. Η Νέα Υόρκη είναι σκέτη φρίκη άμα χαχανίζει κανείς  στο δρόμο πολύ αργά τη νύχτα. Τον ακούς μίλια μακριά. Και αυτό σε κάνει να νιώθεις πολύ μονάχος και λυπημένος.»

«Μετά γύρισα πάλι και έπεσα στο κρεβάτι. Έκανα κάμποσο να κοιμηθώ –δεν ήμουνα καθόλου κουρασμένος- αλλά στο τέλος κοιμήθηκα. Το μόνο που ήθελα στην πραγματικότητα ήταν να αυτοκτονήσω. Μου ‘ρχόταν να σαλτάρω από το παράθυρο. Κι εδώ που τα λέμε μπορεί και να το ‘κανα, αρκεί να ήμουνα σίγουρος ότι θα βρισκόταν κάποιος να με σκεπάσει μόλις θα ‘σκαγα κάτω. Δεν ήθελα να μαζευτούν τίποτα περίεργοι και να με χαζεύουν που θα ΄χα γίνει λιώμα.»

«Τίποτα δεν θα είχε αλλάξει. Ο μόνος αλλιώτικος θα ήσουνα εσύ. Όχι πως θα είχες μεγαλώσει πολύ ή κάτι τέτοιο. Δεν θα ΄ταν  αυτό ακριβώς. Μόνο που να, θα ήσουνα αλλιώτικος, αυτό είναι όλο. Ας πούμε, αυτή τη φορά θα φόραγες πανωφόρι. Ή εκείνο το παιδί που ήταν ταιράκι σου στη γραμμή την περασμένη φορά, θα είχε τώρα οστρακιά και θα ήσουν με καινούριο ταιράκι. Ή πάλι θα συνόδευε την τάξη κάποιος άλλος αντί για τη μις Έιγκλετίνγκερ. Ή θα είχες ακούσει τη μάνα σου και τον πατέρα σου να αρπάζονται άγρια στο μπάνιο πρωινιάτικα. Ή στο δρόμο θα είχες προσπεράσει κάτι λακκούβες με νερό και βενζινολαδιές, που κάνανε ουράνια τόξα. Θέλω να πω, θα ήσουν αλλιώτικος με κάποιο τρόπο- καλύτερα δεν γίνεται να το εξηγήσω. Μα κι αν ακόμα το μπορούσα, και πάλι δε νομίζω πως θα είχα διάθεση.»

Τετάρτη 30 Μαΐου 2012

Στην πόλη


Θα περπατήσω ως την επόμενη στάση
και θα κοιτάω τους ανθρώπους  που περπατάνε
ή μένουν ακίνητοι.
Και θα κοιτάω τις παράλληλες γραμμές στον ουρανό,
τα δορυφορικά πιάτα, τις κεραίες της τηλεόρασης
και τα τρόλεϊ.
Πάντα θα κοιτάω τα τρόλεϊ
και τα λεωφορεία και τα ταξί,
 τους πλανόδιους,
 τα καφάσια με τα φρούτα,
 τους φοιτητές,
τους αποχαιρετισμούς στις αποβάθρες,
τα διαφημιστικά φυλλάδια,
τα πλακάκια στο πεζοδρόμιο,
τα σήματα κυκλοφορίας,
τα STOP.
Το φανάρι είναι πράσινο.
Κοιτάω τα μάτια σου.
Περνάω απέναντι.

Κυριακή 20 Μαΐου 2012

Γυναίκες, Τσαρλς Μπουκόφσκι


Τον τελευταίο καιρό ένιωθα μέσα μου ανυπέρβλητη επιθυμία να διαβάσω κάτι από Μπουκόφσκι. Χρειαζόμουν ένα ισχυρό σοκ. Παλιότερα είχα διαβάσει ένα βιβλίο με ημερολογιακά κείμενα «Ο καπετάνιος έχει κόψει αλυσίδα. Το πλοίο είναι στα χέρια των ναυτών». Έψαχνα το «Η αγάπη είναι ένας σκύλος από την κόλαση». Το καλοκαίρι ένας φίλος μας είχε απαγγείλει στιχάκια όταν περιμέναμε έξω από το θερινό Βοξ, την παρέα να μαζευτεί για να δούμε ταινία. Έπεσε στα χέρια μου το «Γυναίκες».  Είχε τον δικό του τρόπο να με συγκινήσει. Από αυτό σας παραθέτω μερικά αποσπάσματα.

«Ήμουν αυτό που λένε αισθηματίας. Συγκινιόμουν με ένα σωρό χαζά πράγματα: γυναικεία παπούτσια κάτω από ένα κρεβάτι, μια ξεχασμένη φουρκέτα στο νεροχύτη, από τον τρόπο που έλεγαν «πάω να κατουρήσω», από τις κορδέλες τους, όταν τις έβλεπα να διασχίζουν το δρόμο  1.30 το απομεσήμερο, από τα ατέλειωτα βράδια του συντροφικού πιοτού, από τους καβγάδες, τις ψιλοκουβέντες, τότε που σκέφτεται κανείς την αυτοκτονία. Και ακόμα έλιωνα όταν ένιωθα να συντελείται το θαύμα, όταν καθόμουν μαζί τους στο αμάξι μου, όταν αναθυμιόμουν τους έρωτές μου στις 3 τα ξημερώματα, όταν μου έλεγαν ότι ροχαλίζω, όταν άκουγα τα ροχαλητά τους, όταν μόνος μου σε ένα εστιατόριο διάβαζα την εφημερίδα μου και ήθελα να ξεράσω γιατί σκεφτόμουν πως τώρα είναι παντρεμένη με έναν διανοητικά ανάπηρο οδοντίατρο. Όταν έπινα, όταν χόρευα. Όταν φλέρταρα, όταν φλέρταραν. Όταν κοιμόμουν μαζί τους…»

«Και η αγάπη;» Ρώτησε η Βάλερι.
«Η αγάπη δεν παρουσιάζει προβλήματα σε εκείνους που ξέρουν να αντέξουν την ψυχική φόρτιση. Είναι σαν να προσπαθείς να κουβαλήσεις έναν σκουπιδοτενεκέ στην πλάτη σου πάνω από ένα ποτάμι αφρισμένα κάτουρα.»

«Οι ερωτευμένοι συχνά είναι νευρωτικοί, επικίνδυνοι. Χάνουν κάθε αίσθηση προοπτικής και χιούμορ. Γίνονται υστερικοί, ψυχωτικοί, ανιαροί. Καμιά φορά γίνονται και δολοφόνοι.»

«Έτσι και αλλιώς οι ανθρώπινες σχέσεις είναι αδιέξοδες. Μόνο οι δυο πρώτες βδομάδες έχουν ενδιαφέρον, μετά τα πράγματα γίνονται επίπεδα, πλαδαρά. Οι μάσκες πέφτουν και εμφανίζονται τα αληθινά πρόσωπα: τρελοί, ηλίθιοι, παρανοϊκοί, εκδικητικοί, σαδιστές, δολοφόνοι. Η σύγχρονη κοινωνία έχει δημιουργήσει ανθρώπους που κατασπαράσουν ο ένας τον άλλον. Κανίβαλοι. Τα πάντα μοιάζουν με μονομαχία μέχρι θανάτου που διαδραματίζεται πάνω σε ένα τραπέζι μπιλιάρδου…  Η μεγαλύτερη διάρκεια που μπορούμε να ελπίζουμε για μια σχέση μας είναι δυόμισι χρόνια.»

                                                                (Μετάφραση: Χρύσα Τσαλικίδου, εκδόσεις: Οδυσσέας)
                          

Δευτέρα 7 Μαΐου 2012

 Το να βγάζεις ένα βιβλίο στην Ελλάδα, είναι συχνά ένα πρόβλημα. Ακόμα συχνότερα, είναι μια περιπέτεια. 
 Σε γενικές γραμμές, τα κυριότερα προβλήματα που αντιμετωπίζεις όταν βγάζεις ένα βιβλίο, στην χώρα αυτή, είναι:
  1. Να βρεις ποιος θα το εκδώσει.
    Και μετά:
  2. Να βρεις ποιος θα το διαβάσει.
    Για ορισμένους συγγραφείς υπάρχει και τρίτο πρόβλημα:
  3. Να βρεις ποιος θα το γράψει.
    Στην Ελλάδα όλοι οι άνθρωποι είναι λίγο συγγραφείς - εκτός από μερικούς συγγραφείς...


 Δεν μ' αρέσει να παίρνω τραγικό ύφος, όσο κι αν το βιβλίο, απ'όποια σκοπιά και αν το δεις, είναι μια τραγική ιστορία. Θα μιλήσω όμως για κάποια άλλα πράγματα που ζει ένας συγγραφέας στο περιθώριο της προσωπικής του τραγωδίας.
Όταν βγάζεις ένα βιβλίο πρέπει:
  1. Να στείλεις το βιβλίο που έγραψες στους φίλους σου - όσους σου έμειναν:
    Και:
  2. Να περιμένεις να απαντήσουν, σύμφωνα με τους κανόνες της καλής συμπεριφοράς - όση τους έμεινε.
    Υπάρχει και ένα τρίτο πρόβλημα:
  3. Να μην σου απαντήσει κανείς!
 Γενικά στην Ελλάδα, οι άνθρωποι δεν απαντούν σχεδόν ποτέ, όταν τους στέλνεις ένα βιβλίο. Είναι πιθανό να σου απαντήσουν αν τους στείλεις μία βιντεοκασέτα, ένα ημερολόγιο τοίχου ή μία φωτογραφία της Μαρίας Αλιφέρη από το "Όσα παίρνει ο Άνεμος..."
 Το βιβλίο, όμως, είναι κάτι άλλο. Είναι ένα αβάσταχτο βάρος που δεν το θέλει κανείς.
 Έχει τύχει να συναντήσω φίλους στον δρόμο και να τους ρωτήσω: "Πήρες το βιβλίο που σου έστειλα;" Οι περισσότεροι απαντούν βιαστικά: "Ναι, το πήρα". Και ορμούν την ίδια ώρα στο απέναντι πεζοδρόμιο με κόκκινο - με κίνδυνο να τους πατήσει αυτοκίνητο!
 Άλλοι πάλι χλωμιάζουν και σου απαντούν ταραγμένα "Όχι, δεν πήρα τίποτε". Είναι σαν να τους ρώτησες αν έκαναν υπεξαίρεση στην Εθνική Τράπεζα. Μερικοί ρίχνουν και λοξές ματιές γύρω τους, μην τυχόν τους ακούει κανένας εισαγγελέας.
 Το έχω ξαναπεί. Το βιβλίο στην Ελλάδα είναι λίγο σαν ποινικό αδίκημα. Κανένας δεν θέλει να είναι συνεργός.
 Όλοι σ' αφήνουν να κάτσεις στο σκαμνί μόνος σου...

 Υπάρχει βέβαια και η κατηγορία των ανθρώπων που σου λένε ότι διάβασαν το βιβλίο σου, χωρίς να το έχουν διαβάσει. Στην Ελλάδα αυτή η κατηγορία είναι ο κανόνας.
 Πριν από λίγο καιρό έγραψα την "Εκτέλεση", ένα βιβλίο γύρω από την δολοφονία ενός πολιτικού του αιώνα μας. Πίστευα ότι είχα γράψει ένα δραματικό βιβλίο, ως τη μέρα που πήρα μία κάρτα από ένα φίλο υπουργό, στον οποίο είχα την έμπνευση να το στείλω. Η κάρτα έγραφε: 
" Αγαπητέ φίλε,
Πολύ χάρηκα με το διασκεδαστικό και πνευματώδες βιβλίο σου. Το τελείωσα χτες και γελάω ακόμα! Τι άλλο να σου πω; Μπράβο, μπράβο, μπράβο.
Με τιμή
(υπογραφή δυσανάγνωστη)

Υ.Γ. Και πάλι μπράβο."

Ποτέ δεν φανταζόμουν ότι η εκτέλεση ενός ανθρώπου μπορεί να είναι διασκεδαστικό και πνευματώδες βιβλίο, αλλά όλα πρέπει να τα περιμένεις από έναν πολιτικό - ιδίως από την ώρα που αποφάσισε να γίνει πολιτικός...

(απόσπασμα από το βιβλίο "Τρελαθήκαμε εντελώς;" του Φρέντυ Γερμανού)