«Πήγα στα δάση γιατί θέλησα να ζήσω με σκοπό, θέλησα να ζήσω βαθειά, να ρουφήξω το μεδούλι της ζωής, να αποδιώξω ότι δεν ήτανε ζωή και όχι όταν πεθάνω ν’ ανακαλύψω πως δεν έζησα…»


Σάββατο 25 Αυγούστου 2012

Πείνα και Δίψα


"Τὸ ἀληθινὸ πάθος εἶναι ἡ μεγάλη καὶ ἀπεριόριστη δίψα τῆς ψυχῆς, ἡ τραγικὴ πάλη τοῦ ἀνθρώπου γιὰ νὰ ξεπεράσει τὸ μέτριο καὶ τὸ συμβατικό.
Μοναξιὰ δὲν εἶναι ἡ ἔλλειψη τῆς συντροφιᾶς, ἀλλὰ ἡ βαθειὰ συναίσθηση μιᾶς τέλειας μοναχικότητας, ἕνα αἴσθημα ἐγκατάλειψης ἀπ᾿ ὅλους κι ἀπ᾿ ὅλα μέσα στὴ ζωή.
Ὁ χαμένος παράδεισος ζεῖ μέσα μας στὶς στιγμὲς τῆς μεγάλης χαρᾶς, στὸ πλησίασμα ἑνὸς ἀνθρώπου, μιᾶς ἀλήθειας, μιᾶς ἀγάπης ἢ μιᾶς ὀμορφιᾶς. Οἱ στιγμὲς τῆς δυνατῆς ζωῆς μᾶς πείθουν πὼς ὁ χαμένος παράδεισος δὲν ἔχει ἀνεπανόρθωτα χαθεῖ. Ἦταν τὸ ξεκίνημα τῆς ἀνθρώπινης πορείας, θὰ εἶναι καὶ τὸ τέρμα της. Ἡ νοσταλγία τοῦ ἀπολύτου ποὺ καίει μέσα μας εἶναι ἡ νοσταλγία τοῦ τέρματος.
Νομίζω πὼς ἡ πιὸ συχνὴ ἀφορμὴ κόπου εἶναι ἡ ἀντινομία ἀνάμεσα στὸν κόσμο ποὺ κρύβουμε μέσα μας καὶ στὸν κόσμο τῆς καθημερινότητας στὸν ὁποῖο εἴμαστε ὑποχρεωμένοι νὰ ὑποταχτοῦμε.
Νὰ ὑπάρχεις σημαίνει νὰ ζεῖς συνειδητὰ τὴν τραγικὴ ἀντινομία τοῦ μέσα σου καὶ τοῦ γύρω σου κόσμου.
Ὁ μεγάλος σκοπὸς εἶναι πάντα μιὰ μεγάλη μοναξιά. Καὶ μιὰ μεγάλη μοναξιὰ εἶναι ἡ ὀδύνη μιᾶς ζωῆς στερημένης ἀπὸ στοργή... Ὁ μεγάλος σκοπὸς εἶναι ἕνα χρέος ποὺ θὰ τὸ σηκώσεις μονάχος.
Γιατὶ ὁ Θεὸς δὲν ἀποκαλύπτεται παρὰ μόνο ὅταν ἀπομένεις μονάχος.
Ἡ αἴσθηση τῆς προσωρινότητας καὶ ἡ ἀβεβαιότητα τοῦ σήμερα ἴσως εἶναι τὸ μαρτυρικὸ τίμημα ποὺ προσφέρουμε γιὰ νὰ μείνουμε ἀδούλωτοι ἀπὸ τὰ δεσμὰ τῆς ἐφήμερης ἐπανάπαυσης, τῆς σιγουριᾶς ποὺ ἐξασφαλίζει ἡ προσκόλληση στὴ ματαιότητα τοῦ κόσμου τούτου.
Ἐλεύθερος εἶσαι, ὅταν ἡ ἔκταση τοῦ μέσα σου κόσμου, ἡ ἔκταση στὴν ὁποία ζεῖ καὶ κινεῖται ἡ ψυχή σου, δὲν ἔχει σύνορα καὶ φραγμούς. Εἶσαι ἀδέσμευτος μέσα σου, ἔχεις μόνος ἐσὺ ὅλη τὴν εὐθύνη κι ὅλο τὸν ἔλεγχο τῆς ἐσωτερικῆς σου πορείας, κι ἡ πορεία σου αὐτὴ μπορεῖ σὲ κάθε στιγμὴ νὰ ζητήσει καινούργια κατεύθυνση.
Εἶναι τόσο σπάνιο ἡ ἀγάπη νὰ σέβεται τὴν ἐλευθερία. Εἶναι τόσο σπάνιο πρᾶγμα νὰ συντροφεύεται ἡ ἀγάπη ἀπ᾿ τὴν τρυφερότητα.
Εἶναι ἡ ἴδια ἡ τρυφερότητα μιὰ ἀτμόσφαιρα ἐλευθερίας. Καὶ αὐτὸ ὀφείλεται στὸ ὅτι ἡ τρυφερότητα δὲν ξεκινάει ἀπὸ καμιὰ σκοπιμότητα. Εἶναι ἡ ἴδια ἕνας αὐτοσκοπός, μιὰ γνησιότητα. Αὐτὸ μόνο.
Ἀπὸ τὴ στιγμὴ ποὺ θὰ ἀποφασίσουμε νὰ ζήσουμε μιὰ προσωπικότερη ζωή, τὴ ζωὴ μιᾶς προσωπικῆς ἀναζήτησης, ἔχουμε νὰ σηκώσουμε τὸ βαρὺ φορτίο μιᾶς εὐθύνης ἀπόλυτα προσωπικῆς, χωρὶς κανένα ξαλάφρωμα μοιρασιᾶς.
Τὸν Θεὸ θὰ τὸν βρεῖς μονάχος· ὅσα κι ἂν σοῦ ποῦν γι᾿ Αὐτόν, ὅσα κι ἂν σὲ διδάξουν δὲν μποροῦν ποτὲ νὰ στὸν ἀποκαλύψουν.
Ὁ ἔρωτας εἶναι ἀκριβῶς μιὰ ἔλλειψη, μιὰ ἀνάγκη πλήρωσης, μιὰ ὀδυνηρὴ ἀναζήτηση τοῦ Θεοῦ.
Ἂν σ᾿ αὐτὴ τὴ γῆ ὁ Θεὸς δὲν ἦταν ἕνας μεγάλος μόχθος κι ἕνας ἀτέλειωτος πόνος καὶ μιὰ ἀσίγαστη πείνα καὶ δίψα, τὸτε πάνω σὲ τούτη τὴ γῆ δὲ θὰ ὑπῆρχε τίποτα ποὺ νὰ θυμίζει οὐρανό.
Πάνω σ᾿ αὐτὴ τὴ γῆ ὁ Θεὸς θὰ εἶναι γιὰ μένα πάντοτε ἕνας δρόμος κι ὄχι ἕνα τέρμα, μιὰ ἀνάβαση κι ὄχι μιὰ κορφή.
Πρέπει νὰ ξαναμάθουμε ἀπὸ τὴν ἀρχὴ τὸ Θεό, νὰ τὸν μάθουμε πραγματικά, μὲ τὸ κορμί μας, ὅπως ἡ Ἐκκλησία τὸν μεταδίνει σὰν βρώση καὶ πόση, σὰν κατάδυση καὶ ἀνάδυση στὸ ζωντανὸ νερὸ τοῦ κόσμου, σὰ σταυροκόπημα καὶ στρωτὴ μετάνοια καὶ εὐωδιαστὸ κερὶ καὶ λιβάνι, σὰ νηστεία τροφῆς καὶ κατάλυση τροφῆς, σὰν γιορτὴ καὶ πανήγυρη συνταιριασμένη μὲ τὴν ἐποχὴ καὶ τὸν καιρό. Ἡ Ἐκκλησία εἶναι σῶμα χειροπιαστό, προσιτὸ στὶς αἰσθήσεις. Εἶναι τὸ χτίσμα μὲ τοὺς κεκλιμένους οὐρανοὺς στοὺς θόλους καὶ τὶς καμάρες του, ποὺ σαρκώνει τὸν Ἄσαρκο καὶ χωρεῖ τὸν Ἀχώρητο. Εἶναι ὁ ζωντανὸς λαὸς τοῦ Θεοῦ στοὺς κόλπους της, οἱ τελῶνες καὶ οἱ ἅγιοι, οἱ πόρνες καὶ οἱ ὅσιοι. Εἶναι ἡ ζωγραφιστή, δηλαδὴ αἰσθητὴ καὶ ἄμεση παρουσία τῶν πεθαμένων. Εἴμαστε ἐμεῖς, ἡ ζωή, ὁ κόσμος, ἰδωμένος σωστά."

(του Χρήστου Γιανναρά)

Τρίτη 14 Αυγούστου 2012

Η πόλις


Είπες:"Θα πάγω σ'άλλη γη, θα πάγω σ'άλλη θάλασσα.
Μια πόλις άλλη θα βρεθεί καλλίτερη από αυτή.
Κάθε προσπάθεια μου μια καταδίκη είναι γραφτή.
Κ'ειν'η καρδιά μου-σα νεκρός-θαμένη.
Ο νους μου ως πότε μες στον μαρασμόν αυτόν θα μείνει.
Όπου το μάτι μου γυρίσω, όπου κι αν δω
ερείπια μαύρα της ζωής μου βλέπω εδώ,
που τόσα χρόνια πέρασα και ρήμαξα και χάλασα".

Καινούργιους τόπους δεν θα βρεις, δε θαβρεις άλλες θάλασσες.
Η πόλις θα σε ακολουθεί. Στους δρόμους θα γυρνάς
τους ίδιους. Και στες γειτονιές τες ίδιες θα γερνάς
και μες στα ίδια σπίτια αυτά θ'ασπρίζεις.
Πάντα στην πόλι αυτή θα φθάνεις. Για τα αλλού-μη ελπίζεις-
δεν έχει πλοίο για σε, δεν έχει οδό.
Έτσι που τη ζωή σου ρήμαξες εδώ
στην κώχη τούτη τη μικρή, σ'όλην την γη την χάλασες.

Παρασκευή 10 Αυγούστου 2012

3ος Διαγωνισμός Διηγήματος “ΛογωΤέχνης 2012”


Η αστική μη κερδοσκοπική εταιρία πολιτισμού Artspot (http://company.artspot.gr) διοργανώνει για τρίτη συνεχή χρονιά τον διαγωνισμό διηγήματος «ΛόγωΤέχνης», με την υποστήριξη των Εκδόσεων Καλέντη, έχοντας επιτύχει το στόχο να καθιερωθεί ως λογοτεχνικός θεσμός στο ελληνικό διαδίκτυο. Η μεγάλη επιτυχία των δύο πρώτων διαγωνισμών διηγήματος «ΛόγωΤέχνης», απέδειξε πως υπάρχει μια ισχυρή δημιουργική δυναμική στους ανθρώπους που δραστηριοποιούνται στο Διαδίκτυο.
 


Η Κριτική Επιτροπή
Ελένη Γκίκα, Συγγραφέας – Κριτικός βιβλίου
Κώστας Μουρσελάς, Συγγραφέας
Γιάννης Ξανθούλης, Συγγραφέας
Χρήστος Οικονόμου, Συγγραφέας
Γιάννης Φαρσάρης, Υπεύθυνος διοργάνωσης του διαγωνισμού


Διάρκεια του διαγωνισμού
Ημερομηνία έναρξης του Διαγωνισμού είναι η 15η Ιουλίου και ημερομηνία λήξης η 15η Σεπτεμβρίου 2012.


Θέμα του διαγωνισμού
 Το θέμα του διαγωνισμού είναι ελεύθερο, όμως οι συμμετέχοντες θα πρέπει να συμπεριλάβουν στην πλοκή του διηγήματός τους έντεκα συγκεκριμένες αινιγματικές λέξεις, όπως αυτές αναγράφονται στον δικτυακό τόποhttp://logotexnis.artspot.gr

Έκταση των κειμένων
 Τα διηγήματα δεν θα πρέπει να ξεπερνούν σε έκταση τις 1.000 λέξεις.

Οι Νικητές
 
 Τα 20 πρώτα διηγήματα του διαγωνισμού θα εκδοθούν σε βιβλίο από τις Εκδόσεις Καλέντη. Στους 6 πρώτους νικητές του διαγωνισμού θα απονεμηθεί τιμητικό δίπλωμα. Η ανακοίνωση των αποτελεσμάτων του διαγωνισμού θα γίνει σε ειδική τιμητική εκδήλωση βράβευσης.

Αναλυτικές πληροφορίες
Οι όροι συμμετοχής του Διαγωνισμού Διηγήματος «ΛόγωΤέχνης» είναι διαθέσιμες στον δικτυακό τόπο http://logotexnis.artspot.gr  στη σελίδαhttp://www.facebook.com/logotexnis και στο emailcontest@artspot.gr.


Χορηγοί Επικοινωνίας του διαγωνισμού
Η ηλεκτρονική έκδοση της εφημερίδας Καθημερινή (www.kathimerini.gr), η διαδικτυακή πύλη Pathfinder (www.pathfinder.gr), ο οδηγός πολιτισμού και αστικής ζωής Monopoli (www.monopoli.gr), η διαδικτυακή πύλη για το βιβλίο BOOK PRESS (www.bookpress.gr), το πολιτιστικό περιοδικό ΝΤΟΥέΝΤΕ (www.duendemagazine.gr) και το περιοδικό τέχνης Art Magazine (www.artmag.gr).


Υποστηρικτές του διαγωνισμού
Οι Εκδόσεις Καλέντη (www.kalendis.gr), η ανοικτή βιβλιοθήκη OPENBOOK (www.openbook.gr), η δικτυακή κοινότητα καλλιτεχνών ARTSPOT (www.artspot.gr) και η εταιρεία υπηρεσιών διαδικτύου Lollypop (www.lollypop.gr). 


“Ειρήνη είναι ένα ποτήρι ζεστό γάλα κι ένα βιβλίο μπροστά στο παιδί που ξυπνάει.”
 
Γιάννης Ρίτσος, Ειρήνη

Τρίτη 24 Ιουλίου 2012

Medianeras (Μεσοτοιχίες)


Ακόμα και χωρίς τον πρόλογο του σκηνοθέτη, θα μπορούσαμε να καταλάβουμε αυτό που όλοι βιώνουμε: η αρχιτεκτονική της πόλης ευθύνεται για την μοναξιά μας, τις νευρώσεις μας, το άγχος, την κατάθλιψη, τις αϋπνίες και τις ταραγμένες σχέσεις μας. Για την έλλειψη συναισθημάτων στις σχέσεις μας.  Για τα αδιέξοδα μας.
Και όλα αυτά μέσα σε μια ταινία που ακολουθεί πιστά τα βήματα του Γούντι Άλεν.

Η Μαριάννα και ο Μάρτιν
Η Μαριάννα είναι αρχιτέκτονας. Διακοσμεί βιτρίνες καταστημάτων.  Με τις πλαστικές κούκλες της βιτρίνας, αναπτύσσει μια σχέση σχεδόν ερωτική. Αναζητά την προσωπική παρουσία στην απρόσωπη πόλη.
Ο Μάρτιν, ζει το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του μέσα στο διαμέρισμα. Σχεδιάζει ιστοσελίδες και ο υπολογιστής του είναι πια το μόνο μέσο για να προσεγγίζει τους ανθρώπους.
Ζουν στο ίδιο οικοδομικό τετράγωνο. Δεν έχουν συναντηθεί ποτέ. Τους χωρίζει μόνο μια μεσοτοιχία.

Η πόλη
Το Μπουένος Άιρες  (Porteño) είναι ο τρίτος πρωταγωνιστής.  Η πόλη άναρχα και ακαλαίσθητα χτισμένη  απομακρύνει τους ανθρώπους. Ο φόβος της πόλης είναι πανταχού παρών και αιχμαλωτίζει συνεχώς τα πρόσωπα.  Η κάθετη δόμηση, τα καλώδια, οι κεραίες, τα δορυφορικά πιάτα. Μέσα στην περιρρέουσα ατμόσφαιρα της αστικοποίησης, η μοναξιά των ανθρώπων φαίνεται μεγαλύτερη.
Οι έρωτες είναι φευγαλέοι. Οι άνθρωποι συνεχώς φεύγουν. Οι φοβίες μεγαλώνουν  και κανείς δεν μπορεί να αντιμετωπίσει το συναισθηματικό κενό. Η πόλη δεν επιτρέπει στις ανθρώπινες σχέσεις να αναπτυχθούν. «Ποτέ ως τώρα οι στέγες των σπιτιών δεν ήταν τόσο κοντά, και οι καρδιές των ανθρώπων τόσο μακριά.
Η πόλη πλήττεται από αισθητική και ηθική ακαταστασία.

Το παραμύθι
Εξ αρχής, η ταινία αμφιταλαντεύεται ανάμεσα στον ρεαλισμό και τη μαγεία.  Αν και επιχειρεί να αποδώσει με αντικειμενικότητα τη μοναχική ζωή των κατοίκων της πόλης, οι αναφορές στο παραμυθιακό στοιχείο είναι συνεχείς και δεν ταιριάζουν σε μια ψυχρή καταγραφή των αδιέξοδων σχέσεων.
Η Μαριάννα, έχει από μικρή ένα βιβλίο. Μέσα στις σελίδες του αναζητά τον Carlos- τον δικό της πρίγκιπα (la media naranja). Στο αστικό τοπίο, ο Carlos χαμένος μέσα στα εκατομμύρια πρόσωπα, δεν μπορεί να βρεθεί.
Μέχρι τη μέρα που ο Μάρτιν και η Μαριάννα αποφασίζουν ντα γκρεμίσουν τον τοίχο και να ανοίξουν ένα παράθυρο. Το παράθυρο, λειτουργώντας στην ταινία κυριολεκτικά και μεταφορικά παίζει τον ρόλο του καταλύτη. Το οπτικό πεδίο διευρύνεται και οι ζωές των ηρώων αποκτούν νέο νόημα. Η Μαριάννα συναντά τον Μάρτιν κοιτάζοντας από το παράθυρο. Μοιάζει με παραμύθι.


Δευτέρα 23 Ιουλίου 2012

Τα βασανιστήρια - Pablo Neruda (από το Canto General)


Την Παρασκευή, 20 Ιουλίου, αστυνομικές δυνάμεις εισέβαλαν στο εργοστάσιο της Χαλυβουργίας. Η ωμή και απρόκλητη αστυνομική επίθεση, απέδειξε για μια ακόμα φορά σε ποιον ανήκει το μονοπώλιο της βίας. Η κυβερνητική και εργοδοτική τρομοκρατία καταστέλλει τον αγώνα των εργατών μετά από εννιά μήνες απεργία. Το όπλο των λαών παραμένει η αλληλεγγύη.

 (σκηνή από την ταινία Ψωμί και Τριαντάφυλλα)


Μια απεργία ακόμα
τα μεροκάματα πάντα γελοία
οι γυναίκες να κλαίνε μπροστά στις πυρωστιές
κι οι ανθρακωρύχοι
να ενώνουν ένα-ένα τα χέρια τους
και τους πόνους

Είναι η απεργία
εκείνων που σκάφτανε κάτω απ’ τη θάλασσα
 σκυφτοί
μέσα στα υγρά κανάλια
είν’ η απεργία
εκείνων που βγάλανε με τίμημα το αίμα
και τη δύναμη τους
τη μαύρη γης των ορυχείων

Αλλά τώρα ήρθαν οι οπλοφόροι,
νύχτα καταστρέψανε τα σπίτια τους
του σύρανε στις γαλαρίες –φρικτές φυλακές-
λεηλάτησαν το λιγοστό αλεύρι που φυλάγαν
κι αρπάξαν τα τελευταία σπυριά από το ρύζι των παιδιών τους.
Μετά βροντώντας τα ντουβάρια με μανία
τους εκτοπίσανε
μπουλούκια τους μαντρώσανε
και σαν ζώα τους σημαδέψαν

Και στους λασπερούς δρόμους
βαδίζοντας για μιαν έξοδο γιομάτη πόνο
οι αρχηγοί του κάρβουνου
είδαν τα παιδιά τους να εξορίζονται
είδαν τις γυναίκες τους να ατιμάζονται
είδαν φάλαγγες ανθρακωρύχων να φυλακίζονται
στη μακρινή Παταγωνία
στον παγωμένο ανταρκτικό
στις απέραντες στέπες της Πισάγκουα.

Τρίτη 10 Ιουλίου 2012


(Στο απόσπασμα περιγράφεται με κωμικοτραγικό τρόπο το αδύνατο της υπεράσπισης ενός κατηγορουμένου όταν ο δικαστής είναι προκατειλημμένος εναντίον του.)



-Τ’ όνομά σου;
Αλλά να που του τύχαινε τώρα μια περίπτωση που δεν την είχε προβλέψει ο νόμος: ένας κουφός να ανακρίνει έναν άλλον κουφό.
Ο Κουασιμόδος, που τίποτα δεν τον βοηθούσε να μαντέψει την ερώτηση που του είχαν απευθύνει, εξακολουθούσε να κοιτάζει σταθερά τον δικαστή και δεν αποκρίθηκε τίποτα. Ο δικαστής, κουφός κι αυτός, που τίποτα δεν τον βοηθούσε να μαντέψει την κουφαμάρα του κατηγορουμένου, πίστεψε πως εκείνος του είχε απαντήσει, όπως έκαναν συνήθως όλοι οι κατηγορούμενοι, κι εξακολούθησε να ανακρίνει με τη μηχανική και χαυνωμένη απάθειά του:
-Πολύ καλά. Ηλικία;
Ο Κουασιμόδος δεν απάντησε ούτε σ’ αυτή την ερώτηση. Ο δικαστής νόμισε πάλι ότι είχε πάρει απάντηση και συνέχισε:
-Και τώρα πες μου το επάγγελμά σου.
Πάντα η ίδια σιωπή. Στο μεταξύ, σιγανοί ψίθυροι είχαν αρχίσει στο ακροατήριο, που αλληλοκοιτάζονταν με απορία.
-Αρκεί, συνέχισε ο μακάριος δικαστής, πιστεύοντας ότι ο κατηγορούμενος είχε ολοκληρώσει την τρίτη του απάντηση.
Κατηγορείσαι ενώπιον του δικαστηρίου, πρώτον, για διατάραξη της νυχτερινής ησυχίας, δεύτερον για ατιμωτική βιαιοπραγία εις βάρος γυναικός ελευθερίων ηθών, τρίτον για αντίσταση και ανυπακοή στους τοξοβόλους της φρουράς του βασιλιά και αφέντη μας. Απολογήσου για όλα αυτά. Εσύ, γραμματέα, κατέγραψες όσα είπε ο κατηγορούμενος ως τώρα;
Σ’ αυτή τη στενόχωρη ερώτηση ακούστηκε ένα ξέσπασμα γέλιου που ξεκίνησε από τον γραμματέα κι έφτασε ως το ακροατήριο, ένα γέλιο τόσο ξέφρενο, τόσο τρελό, τόσο μεταδοτικό, τόσο καθολικό, που ακόμη και οι δύο κουφοί το αντιλήφθηκαν. Ο Κουασιμόδος στράφηκε ορθώνοντας επιτιμητικά την καμπούρα του, ενώ ο κύριος Φλοριάν, κατάπληκτος, και νομίζοντας τελικά ότι οι θεατές γελούσαν επειδή ο κατηγορούμενος είχε δώσει κάποια θρασύτατη απάντηση –και αυτή του την εντύπωση την ενίσχυε το σήκωμα των ώμων του Κουασιμόδου-, του είπε αγανακτισμένος:
-Θα έπρεπε να σε κρεμάσουν για την απάντησή σου, ηλίθιε! Ξέρεις σε ποιον μιλάς;

 - ΒΙΚΤΩΡ ΟΥΓΚΩ «Η ΠΑΝΑΓΙΑ ΤΩΝ ΠΑΡΙΣΙΩΝ»

Δευτέρα 9 Ιουλίου 2012


Τὸ παραμύθι ἑνὸς ραγισμένου ἔρωτα


Μιὰ φορὰ κι ἕνα καιρό,
ἦταν ἕνα γραμμόφωνο.
Ἕνα ὁλομόναχο γραμμόφωνο.
Μὰ μπορεῖ καὶ νὰ μὴν ἤτανε γραμμόφωνο
καὶ νά ῾ταν μόνο ἕνα τραγούδι,
ποὺ ζητοῦσε ἕνα γραμμόφωνο,
γιὰ νὰ πεῖ τὸ καημό του.

Μιὰ φορὰ κι ἕνα καιρό,
ἦταν ἕνας Ερωτας.
Ἕνας ὁλομόναχος Ἔρωτας
ποὺ γύριζε μὲ μία πλάκα στὴ μασχάλη,
γιὰ νὰ βρεῖ ἕνα γραμμόφωνο
γιὰ νὰ πει τὸ καημό του.

«Ἔρωτα μὴ σὲ πλάνεψαν
ἄλλων ματιῶν μεθύσια
καὶ μέσ᾿ τὰ κυπαρίσια
περνᾷς μὲ μι᾿ ἄλλη νιά;
Ἔρωτ᾿ ἀδικοθάνατε,
Ἔρωτα χρυσομάλλη,
ἂν σ᾿ εἶδαν μὲ μιὰν ἄλλη,
ἦταν ἡ Λησμονιά».

Μιὰ φορὰ κι ἕνα καιρό,
δὲν ἦταν ἕνας ἔρωτας,
δὲν ἦταν ἕνας πόνος.
Ἦταν μισὸς ἔρωτας -μισὸς πόνος-
καὶ μιὰ μισὴ πλάκα,
πού ῾λεγε τὸ μισό της σκοπό:
«Ἔρωτα μὴ σὲ... Ἔρωτα μὴ σὲ...
ἔρωτα μισέ... ἔρωτα μισέ...»


Θέ μου!
Μὰ δὲ βρίσκεται ἕνα χέρι!
Ἕνα πονετικὸ χέρι,
γιὰ ν᾿ ἀνασηκώσει τὴ βελόνα
καὶ ν᾿ ἀκουστεῖ ξανά,
ὁλόκληρος ὁ Ἔρωτας.


(Τέσσερα Ποιήματα ἀπὸ τὴν συλλογή: 
«Κάτω Ἀπὸ Τὰ Κάστρα Τῆς Ἐλπίδας»


Τετάρτη 4 Ιουλίου 2012


"Να διδάσκεις (docere), να συναρπάζεις (delectare), να συγκινείς και να πείθεις (movere). Για να τελεστούν με τον καλύτερο τρόπο αυτές οι λειτουργίες, η ρητορική σύμφωνα με τον Κικέρωνα πρέπει να συνδυάζει την ομορφιά του λόγου (eloquentia) με τη φιλοσοφική παιδεία (sapientia). H σοφία που στερείται ευγλωττίας δεν ωφελεί την κοινωνία, αλλά μία ευγλωττία που στερείται σοφίας είναι στις περισσότερες περιπτώσεις ιδιαίτερα επιβλαβής και σε καμία περίπτωση ωφέλιμη (de inventione 1,1). Η θεωρία αυτή -που ενστερνίζεται το ιδανικό του vir bonus dicenti peritus (τον "ενάρετο, ικανό στον λόγο, άνθρωπο") του Κάτωνα, αφήνοντας πίσω της τη συνταγή rem tene, verba sequentur ("πρώτα οι ιδέες κι έπειτα οι λέξεις")- θα αποτελέσει το επίκεντρο των ώριμων έργων του Κικέρωνα (De oratore, Bruto oratore), τα οποία εμπνέονται όλα από το πρότυπο του πλατωνικού διαλόγου και υπογραμμίζουν την απόστασή τους από τον τεχνικισμό των σύγχρονων εγχειριδίων και φυλλαδίων των λατίνων ρητόρων. Ο ρήτορας που μπορεί να συνδυάσει την εξαίρετη τεχνική της eloquentia με τη sapientia, θα είναι ο ιδανικός πολιτικός. Επιπλέον, θα είναι κάτι σαν θεός μεταξύ των ανθρώπων. Αυτό το δίπολο της eloquentia-sapientia γίνεται κυρίαρχη αρετή και καθολική επιστήμη. Ωστόσο, η προτεραιότητα -ή μάλλον η εμμονή- του Κικέρωνα παραμένει πάντα η πολιτική: γι'αυτόν, όπως και για την μακραίωνη προγενέστερη παράδοση, ο λόγος όχι μόνον εκπροσωπεί το πιο εμφανές στοιχείο της ανωτερότητας του ανθρώπου απέναντι στα ζώα, όχι μόνον εγγυάται φήμη, τιμές και κύρος στον ρήτορα, αλλά κυρίως προσφέρει αναρίθμητα οφέλη στην Πολιτεία."