«Πήγα στα δάση γιατί θέλησα να ζήσω με σκοπό, θέλησα να ζήσω βαθειά, να ρουφήξω το μεδούλι της ζωής, να αποδιώξω ότι δεν ήτανε ζωή και όχι όταν πεθάνω ν’ ανακαλύψω πως δεν έζησα…»


Σάββατο 16 Μαρτίου 2013

Οδυσσέας (Ulysses)


Ανάξιο είναι στην ήρεμη γωνιά μου,
σαν οκνός βασιλιάς στ' άγονα βράχια,
στο πλάι γριάς συμβίας, να μοιράζω
άνισους νόμους σε τραχιούς ανθρώπους
που τρώνε, θησαυρίζουν και κοιμούνται
και δε με νιώθουν. 

Δεν μπορώ να πάψω
να ξεκινάω για νέα ταξίδια πάντα.
Θέλω να πιω της ζωής τη στερνή στάλα.
Έχω χαρεί πολύ, πολλά υποφέρει
μονάχος μου ή μ' αυτούς που μ΄αγαπούσαν,
έξω σ' ακρογιαλιές ή όταν μπουρίνια
ξεσπούσανε κι οι Δωδωναίες οι Νύμφες
τη σκοτεινή τη θάλασσα ταράζαν.

Στης φήμης τα φτερά ζει τ' όνομά μου,
κ' η αχόρταγη καρδιά καινούριο πόθο
πάντα διψάει, κι ας γνώρισα κι ας είδα
σ' άλλες χώρες πως ζουν πως κυβερνούνε.
Κι εγώ μικρός δεν είμαι, αφού με αγάπη
με τίμησαν παντού κι έχω γνωρίσει
την ηδονή της μάχης πολεμώντας
στης Τροίας της ανεμόδαρτης τους κάμπους
τους βουερούς μαζί με τους συντρόφους.
Απ' όσα γνώρισα ειμ' εγώ ένα μέρος
μα ό,τι είδα κι ό,τι ξέρω λες και μοιάζει
με θόλο αψιδωτό που ανάμεσό του
φαντάζει κόσμος άγνωστος και πάντα
τα σύνορά του, όσο σιμώνω, σβήνουν.
Δεν αξίζει κανείς να σταματάει,
να μη λάμπει σε δράση να σκουριάζει
γιατί δε φτάνει μόνο ν' ανασαίνεις.
Τα χρόνια της ζωής μας είναι λίγα,
και τώρα ζωή λίγη μου απομένει
μα και μιαν ώρα μόνο σαν μπορέσεις
απ' την παντοτινή σιωπή ν' αδράξεις,
πολλά πράματα νέα θα δεις, θα μάθεις.
Θα 'μουν δειλός αν ήθελα, για λίγο
καιρό ακόμα που θα χαρώ τον ήλιο,
στον κόσμο εδώ να ζω με φρονιμάδα,
αφού κεντρίζει την ψυχή μου ο πόθος
να κυνηγώ τη Γνώση πέρα από τα όρια
της ανθρώπινης σκέψης, σαν αστέρι.

Στο γιό μου τώρα τον αγαπημένο
Τηλέμαχο, που ξέρει τη δουλειά του,
το νησί και το σκήπτρο μου χαρίζω.
Έναν τραχύ με φρόνηση θα πραϋνει
λαό, με γλυκό τρόπο θα του δείχνει
εκείνο που ωφελεί και που συμφέρει.
Είναι άψογος, πιστός στο κοινό χρέος,
και στα σπλάχνα θερμήν αγάπη κρύβει,
λατρεύει τους θεούς μας τους εφέστιους.
Εγώ σα φύγω μένει αυτός. Κι οι δυό μας
κάνουμε το έργο που ο καθείς μας θέλει.

Εκεί είναι το λιμάνι. Το καράβι
με πανιά σηκωμένα περιμένει,
το πέλαο το πλατύ πέρα μαυρίζει.
Ναύτες που αγωνιστήκατε μαζί μου
μ' αντρεία ψυχή στις έγνοιες και στο μόχτο,
που με καρδιά καλή και αταραξία
δεχτήκατε με χαμογέλο πάντα
το λαμπερό ουρανό ή τους κεραυνούς του,
είμαστε γέροι, αλλά τα συνοδεύουν
πάντα τα γηρατειά, η τιμή, το χρέος.
Όλα τα σβήνει ο θάνατος. Μα τώρα,
πριν έρθει, εμείς να κάνουμε μπορούμε
έργο τρανό κι αντάξιο των ανθρώπων
που ακόμα και στους θεούς αντισταθήκαν.
Στους βράχους έξω ανάψανε τα φώτα,
τέλειωσε η μέρα, το φεγγάρι βγαίνει,
μυριόφωνο ολοτρόγυρα μουγκρίζει
το πέλαγος. Ελάτε, ναύτες, τώρα,
δεν είναι αργά για όσους ζητούν καινούριους
κόσμους. Μπρος, φίλοι, σπρώξτε το καράβι
στ' ανοιχτά και καθίστε στην αράδα,
τη θάλασσα αυλακώνετε, χτυπάτε
τα κουπιά ρυθμικά στο βουερό το κύμα´
τι τώρα θέλω πριν με πάρει ο χάρος,
μακριά πολύ να πάω να πελαγίσω
πέρα απ' τη δύση που βυθίζουν τ' άστρα.
Κι αν τα ρέματα δε μας ξεστρατίσουν,
στα νησιά των Μακάρων ίσως βρούμε
το λεοντόκαρδο σύντροφο Αχιλλέα.
Αρκετά κατορθώσαμε, μα πάντα
πολλά μένουν ακόμα για να γίνουν.
Κι αν δυνατοί δεν είμαστε όπως πρώτα
στα παλιά χρόνια, που είχαμε στο χέρι
γη κι ουρανό, είμαστε κατι ακόμα,
γιατί οι καρδιές μας είναι εξίσου αντρείες.
Κι αν ο καιρός κ' η Μοίρα τις κουράσαν,
όμως τη θέλησή τους δεν στομώνουν
για αγώνες νέους, για νέες αναζητήσεις,
και δύναμη καμιά δεν τις δαμάζει.


Άλφρεντ Τέννυσον

(μετάφραση Δ. Σταύρου)














Τετάρτη 6 Μαρτίου 2013

Ένας γέροντας στην ακροποταμιά

Κι όμως πρέπει να λογαριάσουμε πώς προχωρούμε.
Να ασθάνεσαι δε φτάνει μήτε να σκέπτεσαι μήτε να κινείσαι
μήτε να κινδυνεύει το σώμα σου στην παλιά πολεμίστρα,
όταν το λάδι ζεματιστό και το λιωμένο μολύβι αυλακώνουνε τα τείχια.

Κι όμως πρέπει να λογαριάσουμε κατά πού προχωρούμε, 
όχι καθώς ο πόνος μας το θέλει και τα πεινασμένα παιδιά μας
και το χάσμα της πρόσκλησης των συντρόφων από τον αντίπερα γιαλό
μήτε καθώς το ψιθυρίζει το μελανιασμένο φως στο πρόχειρο νοσοκομείο,
το φαρμακευτικό λαμπύρισμα στο προσκέφαλο του παλικαριού που χειρουργήθηκε το μεσημέρι
αλλά με κάποιον άλλο τρόπο, μπορεί να θέλω να πω καθώς 
το μακρύ ποτάμι που βγαίνει από τις μεγάλες λίμνες τις κλειστές βαθιά στην Αφρική
και ήτανε κάποτε θεός κι έπειτα γένηκε δρόμος και δωρητής και δικαστής και δέλτα
που δεν είναι ποτές του το ίδιο, κατά πού δίδασκαν οι παλαιοί γραμματισμένοι,
κι ωστόσο μένει πάντα το ίδιο σώμα, το ίδιο στρώμα, και το ίδιο Σημείο,
ο ίδιος προσανατολισμός.

Δε θέλω τίποτε άλλο παρά να μιλήσω απλά, να μου δοθεί ετούτη η χάρη.
Γιατί και το τραγούδι το φορτώσαμε με τόσες μουσικές που σιγά-σιγά βουλιάζει
και την τέχνη μας τη στολίσαμε τόσο πολύ που φαγώθηκε από τα μαλάματα το πρόσωπό της
κι είναι καιρός να πούμε τα λιγοστά μας λόγια γιατί η ψυχή μας αύριο κάνει πανιά.

Αν είναι ανθρώπινος ο πόνος δεν είμαστε άνθρωποι μόνο για να πονούμε
γι'αυτό συλλογίζομαι τόσο πολύ, τούτες τις μέρες, το μεγάλο ποτάμι
αυτό το νόημα που προχωρεί ανάμεσα σε βότανα και σε χόρτα
και ζωντανά που βόσκουν κι ξεδιψούν κι ανθρώπους που σπέρνουν και που θερίζουν
και σε μεγάλους τάφους ακόμη και μικρές κατοικίες των νεκρών.
Αυτό το ρέμα που τραβάει το δρόμο του και που δεν είναι τόσο διαφορετικό από το αίμα των ανθρώπων
κι από τα μάτια των ανθρώπων όταν κοιτάζουν ίσια πέρα
χωρίς το φόβο μες στην καρδιά στους,
χωρίς την καθημερινή τρεμούλα για τα μικροπράγματα ή έστω και για τα μεγάλα
όταν κοιτάζουν ίσια-πέρα καθώς ο στρατοκόπος που συνήθισε ν'αναμετρά το δρόμο του με τ'άστρα,
όχι όπως εμείς, την άλλη μέρα, κοιτάζοντας το κλειστό περιβόλι  στο κοιμισμένο αράπικο σπίτι,
πίσω από τα καφασωτά, το δροσερό περιβολάκι ν'αλλάζει σχήμα, να μεγαλώνει και να μικραίνει
αλλάζοντας καθώς κοιτάζαμε, κι εμείς, το σχήμα του πόθου μας και της καρδιάς μας,
στη στάλα του μεσημεριού, εμείς το υπομονετικό ζυμάρι
ενός κόσμου που μας διώχνει και που μας πλάθει,
πιασμένοι στα πλουμισμένα δίχτυα μιας ζωής που ήτανε σωστή κι έγινε σκόνη και βούλιαξε μεσα στην άμμο
αφήνοντας πίσω της μονάχα εκείνο το απροσδιόριστο λίκνισμα που μας ζάλισε μιας αψηλής φοινικιάς.


Κάιρο, 20 Ιουνίου '42





''Ο χρόνος, Γκέοργκ, τι είναι ο χρόνος;


Συνέχισα να σου μιλάω, αν και ήξερα ότι δεν μπορούσες πλέον να καταλάβεις όλα αυτά που σου έλεγα. 
Το σύμπαν είναι πολύ παλιό, είπα, ίσως δεκαπέντε δισεκατομμυρίων χρόνων. Παρ'όλα αυτά, κανείς μέχρι τώρα δεν μπόρεσε να ανακαλύψει πώς γεννήθηκε. Ζούμε μαζί σ'ένα μεγάλο παραμύθι το οποίο κανείς δεν γνωρίζει πραγματικά. Χορεύουμε, παίζουμε, φλυαρούμε, γελάμε σ'έναν κόσμο την γέννηση του οποίου αδυνατούμε να καταλάβουμε. Αυτός ο χορός κι αυτό το παιχνίδι είναι η μουσική της ζωής, είπα. Τη βρίσκεις παντού όπου υπάρχουν άνθρωποι, όπως σε όλα τα τηλέφωνα όπου ακούς το σήμα της ελεύθερης γραμμής. 

Έγειρες το κεφάλι πίσω και με κοίταξες. Τουλάχιστον αυτό με το σήμα της ελεύθερης γραμμής το είχες καταλάβει. Σου άρεσε να σηκώνεις το ακουστικό για να το ακούσεις. 

Ύστερα, Γκέοργκ, σου έθεσα ένα ερώτημα, το ίδιο ερώτημα που θέλω να σου θέσω τώρα που επιτέλους είσαι σε θέση να καταλάβεις. Εξαιτίας αυτού του ερωτήματος σου διηγήθηκα τη μεγάλη ιστορία του κοριτσιού με τα πορτοκάλια. 
Είπα: Φαντάσου ότι βρίσκεσαι πριν από δισεκατομμύρια χρόνια στην γέννηση των πάντων, στο κατώφλι αυτού του παραμυθιού. Κι ότι πρέπει να επιλέξεις αν θα γεννηθείς για να ζήσεις σ'αυτόν τον πλανήτη. Χωρίς να ξέρεις πότε θα ζήσεις και πόσο, σίγουρα πάντως για ένα σύντομο χρονικό διάστημα. Θα ήξερες δηλαδή ότι αν αποφάσιζες να έρθεις κάποτε σ'αυτόν τον κόσμο, θα ήσουν αναγκασμένος να τον εγκαταλείψεις πάλι κάποτε, αυτόν και όλα όσα ήταν σ'αυτόν, όταν θα ωρίμαζε ο χρόνος ή όπως λένε όταν ερχόταν το πλήρωμα του χρόνου. Ίσως να στενοχωριόσουν, επειδή πολλοί βρίσκουν υπέροχη την ζωή σ'αυτό το μεγάλο παραμύθι, τόσο ώστε δακρύζουν όταν σκέφτονται πως κάποτε όλα τελειώνουν. Τόσο καλά μπορεί να είναι εδώ, ώστε προκαλεί μεγάλο πόνο η σκέψη ότι κάποτε δεν θα έρθουν άλλες μέρες. 

Καθόσουν στην αγκαλιά μου και δεν έβγαζες άχνα. Είπα: Τι θα αποφάσιζες, Γκέοργκ, αν σου έθετε αυτό το δίλημμα μια ανώτερη δύναμη; Θα μπορούσαμε ίσως να την φανταστούμε σαν συμπαντική νεράιδα αυτής της μεγάλης και μυστηριώδους περιπέτειας. Θα αποφάσιζες να ζήσεις στη γη, για λίγο ή για πολύ, σε εκατό χιλιάδες ή εκατό εκατομμύρια χρόνια;
Νομίζω ότι πήρα δύο βαθειές ανάσες πριν συνεχίσω, έπειτα είπα με σκληρή φωνή: Ή θ'αρνιόσουν να πάρεις μέρος στο παιχνίδι επειδή δε θα δεχόσουν τους κανόνες του;"



(απόσπασμα από το βιβλίο "Το κορίτσι με τα πορτοκάλια" του Jostein Gaarder)

Παρασκευή 22 Φεβρουαρίου 2013

Διαγωνισμός ποίησης

  Ο Δήμος Θεσσαλονίκης, με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης (21 Μαρτίου προκηρύσσει διαγωνισμό ποίησης, για άτομα άνω των 17 ετών.
  Οι ενδιαφερόμενοι θα πρέπει να καταθέσουν στη Δημοτική Βιβλιοθήκη της γειτονιάς τους ένα ποίημα που έχουν γράψει οι ίδιοι, έως και την Παρασκευή 15 Μαρτίου 2013. Τα ποιήματα που θα ξεχωρίσουν θα βραβευτούν σε ειδικές εκδηλώσεις, που θα πραγματοποιηθούν την 21η Μαρτίου 2013, στις κατά τόπους Περιφερειακές Δημοτικές Βιβλιοθήκες. 

Οι Βιβλιοθήκες του Δήμου Θεσσαλονίκης που συμμετέχουν στο διαγωνισμό είναι: 

Βιβλιοθήκη Κάτω Τούμπας «Γιώργος Ιωάννου»
Πυλαίας 59, τηλ. 2310 919039
Βιβλιοθήκη Άνω Πόλης
Κρίσπου 7, τηλ. 2310 219329
Βιβλιοθήκη Σαράντα Εκκλησιών
Γ.Βιζυηνού 57, τηλ. 2310 203443
Βιβλιοθήκη Χαριλάου
Νικάνορος 3 και Στεφάνου Νούκα, τηλ. 2310 324666
Βιβλιοθήκη Κωνσταντινουπόλεως
Κωνσταντινουπόλεως 45, τηλ. 2310 315100
Βιβλιοθήκη Άνω Τούμπας «Κληροδότημα Στ. Νικολαΐδη»
Γρ. Λαμπράκη 187, τηλ. 2310 950370
Πρότυπη Σχολική Βιβλιοθήκη
Κασσάνδρου 17 -19, τηλ. 2310 274708

Σάββατο 9 Φεβρουαρίου 2013

ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΣ ΣΥΓΓΡΑΦΗΣ ΔΙΗΓΗΜΑΤΟΣ


μὲ θέμα «τὸ ταξίδι...» 



Τὸ Πανέκτυπον προσφέρει σὲ νέους συγγραφεῖς, στοὺς ὁποίους δὲν εἶχε δοθεῖ μέχρι σήμερα ἡ εὐκαιρία νὰ ἐκδώσουν τὰ ἔργα τους, τὴ δυνατότητα προβολῆς καὶ ἔκδοσης.

Γιὰ τὸν σκοπὸ αὐτό, διενεργεῖται διαγωνισμὸς διηγήματος, ἀπὸ σήμερα (19 Ἰανουαρίου) ἕως καὶ τὶς 24 Μαρτίου, μὲ θέμα «τὸ ταξίδι...». Στοὺς τρεῖς πρώτους νικητὲς τοῦ διαγωνισμοῦ θὰ δοθεῖ ὡς ἔπαθλο ἡ δυνατότητα ἔκδοσης ἑνὸς βιβλίου τους ἀπὸ ἐμᾶς δωρεάν, ἐνῶ τὰ δέκα καλύτερα διηγήματα θὰ συμπεριληφθοῦν σὲ ἠλεκτρονικὸ τόμο, ποὺ θὰ διατίθεται ἐλεύθερα στὸ διαδίκτυο.

Τὰ διηγήματα θὰ πρέπει νὰ ἔχουν αὐτοβιογραφικὸ χαρακτῆρα, ἀκόμη καὶ ἂν ἡ ὑπόθεσή τους εἶναι φανταστική, καὶ νὰ μὴν ξεπερνοῦν τὶς 15.000 λέξεις. Ἡ ὑποβολή τοῦ ἔργου συνεπάγεται αὐτομάτως τὴν δέσμευση τοῦ συγγραφέα ὅτι δὲν καταπατᾶ μὲ ὁποιονδήποτε τρόπο πνευματικὰ δικαιώματα ἄλλων.

Μπορεῖτε νὰ στέλνετε τὰ ἔργα σας στὴν ἠλεκτρονικὴ διεύθυνση info@panektypon.com. Γιὰ περισσότερες πληροφορίες μπορεῖτε νὰ ἐπικοινωνήσετε μαζί μας (http://www.panektypon.com/ &http://www.panektypon.blogspot.com/)

ΧΟΡΗΓΟΣ: Ὁ " Ὀργανισμὸς γιὰ τὴν διάδοση τῆς Ἑλληνικῆς Γλώσσας " (ΟΔΕΓ)

Πέμπτη 6 Δεκεμβρίου 2012

Ο τελευταίος σταθμός


"Λίγες οι νύχτες με φεγγάρι που μ’ αρέσαν.
Τ’ αλφαβητάρι των άστρων που συλλαβίζεις
όπως το φέρει ο κόπος της τελειωμένης μέρας
και βγάζεις άλλα νοήματα κι άλλες ελπίδες,
πιο καθαρά μπορείς να το διαβάσεις.
Τώρα που κάθομαι άνεργος και λογαριάζω
λίγα φεγγάρια απόμειναν στη μνήμη∙
νησιά, χρώμα θλιμμένης Παναγίας, αργά στη χάση
ή φεγγαρόφωτα σε πολιτείες του βοριά ρίχνοντας κάποτε
σε ταραγμένους δρόμους ποταμούς και μέλη ανθρώπων
βαριά μια νάρκη.
Κι όμως χτες βράδυ εδώ, σε τούτη τη στερνή μας σκάλα
όπου προσμένουμε την ώρα της επιστροφής μας να χαράξει
σαν ένα χρέος παλιό, μονέδα που έμεινε για χρόνια
στην κάσα ενός φιλάργυρου, και τέλος
ήρθε η στιγμή της πληρωμής κι ακούγονται
νομίσματα να πέφτουν πάνω στο τραπέζι∙
σε τούτο το τυρρηνικό χωριό, πίσω από τη θάλασσα του
Σαλέρνο
πίσω από τα λιμάνια του γυρισμού, στην άκρη
μιας φθινοπωρινής μπόρας το φεγγάρι
ξεπέρασε τα σύννεφα, και γίναν
τα σπίτια στην αντίπερα πλαγιά από σμάλτο.

the dreamer


Σιωπές αγαπημένες της σελήνης.

Είναι κι αυτός ένας ειρμός της σκέψης ένας τρόπος
ν’ αρχίσεις να μιλάς για πράγματα που ομολογείς
δύσκολα, σε ώρες όπου δε βαστάς σε φίλο
που ξέφυγε κρυφά και φέρνει
μαντάτα από το σπίτι κι από τους συντρόφους,
και βιάζεσαι ν’ ανοίξεις την καρδιά σου
μη σε προλάβει η ξενιτιά και τον αλλάξει.
Ερχόμαστε απ’ την Αραπιά, την Αίγυπτο, την Παλαιστίνη,
            τη Συρία∙
το κρατίδιο
της Κομμαγηνής, που ‘σβησε σαν το μικρό λυχνάρι
πολλές φορές γυρίζει στο μυαλό μας,
και πολιτείες μεγάλες που έζησαν χιλιάδες χρόνια
κι έπειτα απόμειναν τόπος βοσκής για τις γκαμούζες
χωράφια για ζαχαροκάλαμα και καλαμπόκια.
Ερχόμαστε απ’ την άμμο της έρημος απ’ τις θάλασσες του
            Πρωτέα,
ψυχές μαραγκιασμένες από δημόσιες αμαρτίες,
καθένας κι ένα αξίωμα σαν το πουλί μες στο κλουβί του.
Το βροχερό φθινόπωρο σ’ αυτή τη γούβα
κακοφορμίζει την πληγή του καθενός μας
ή αυτό που θα ‘λεγες αλλιώς, νέμεση μοίρα
ή μονάχα κακές συνήθειες, δόλο και απάτη,
ή ακόμη ιδιοτέλεια να καρπωθείς το αίμα των άλλων."

(απόσπασμα από την ποιητική συλλογή του Σεφέρη "Ημερολόγιο Καταστρώματος Β")

Σάββατο 24 Νοεμβρίου 2012


Οι εργάτες φωνάζουν για ψωμί
Οι Έμποροι φωνάζουν για αγορές,και φτιάχνουν οβίδες
Οι άνεργοι πεινούσαν,
τώρα πεινάνε και όσοι εργάζονται.
Αυτοί που τους άρπαξαν το φαΐ απ το τραπέζι,
τώρα κυρήτουν την λιτότητα.
Αυτοί που παίρνουν όλα τα δοσίματα, ζητάνε θυσίες.
Οι χορτάτοι μιλάνε στους πεινασμένους, για τις μεγάλες εποχές
που θάρθουν.
Αυτοί που την χώρα σέρνουν στην άβυσσο,
λένε πως η τέχνη να κυβερνάς
είναι πολύ δύσκολη υπόθεση

για τους ανθρώπους του λαού...

(του Μπέρτολτ Μπρεχτ)

Παρασκευή 23 Νοεμβρίου 2012

Σαν τα τρελά πουλιά (απόσπασμα)

"-Το κατάλαβα παιδάκι μου, αλλά ο νους μου δε το χωρεί. Μπρε Άννα, πόσα χρόνια πάνε από τότες που τελευταία είχαμε πόλεμο;
-Εικοσιέξι χρόνια στρογγυλά, μανούλα μου.
-Τι λες μπρε παιδί μου, για πότε πέρασαν τα χρόνια!
-Τα χρόνια δεν πέρασαν, μάνα μου, τα χρόνια δεν περνούνε.
Απλώνει το χέρι της και της χαϊδεύει το ρυτιδωμένο μάγουλο, τα κάτασπρα μαλλιά.
-Τα χρόνια στέκουνται. Εμείς περνούμε."

Δευτέρα 12 Νοεμβρίου 2012

Περί ζωολογίας...

"...Πώς μπορούσε η Λη-Τσέρι να δώσει στην Τζουλιέτα να καταλάβει τη μεγάλη αντίδραση της μανγούστας στην Χαβάη; 
 Κάποτε η Χαβάη είχε πρόβλημα με τους αρουραίους. Τότε, κάποιος παρουσιάστηκε με μια φαεινή ιδέα: να εισαγάγουν μανγκούστες απ'την Ινδία. Οι μανγκούστες θα σκότωναν τους αρουραίους. Πέτυχε. Οι μανγκούστες σκότωσαν πραγματικά τους αρουραίους. Οι μανγκούστες σκότωσαν και κοτόπουλα, γουρουνάκια, πουλιά, γατιά, σκυλιά και μικρά παιδιά. Υπήρξαν μαρτυρίες για μανγκούστες που επιτέθηκαν σε μοτοσικλέτες, σε ηλεκτρικές μηχανές κουρέματος γκαζόν, αυτοκινητάκια του γκολφ και άλλα διάφορα. Η Χαβάη, τώρα, έχει περισσότερες μανγκούστες απ'όσους αρουραίους είχε παλιά. Η Χαβάη αντάλλαξε το πρόβλημα των αρουραίων της με ένα πρόβλημα μανγκουστών. Η Χαβάη ήταν αποφασισμένη να μην αφήσει να ξανασυμβεί κάτι τέτοιο.
 Πώς μπορούσε η Λη-Τσέρι να δείξει στην Τζουλιέτα την αληθινά αναλογία ανάμεσα στα τρωκτικά της Χαβάης και την σημερινή κοινωνία; Η κοινωνία είχε πρόβλημα με το έγκλημα. Προσέλαβε αστυνομικούς για να πατάξουν το έγκλημα. Τώρα η κοινωνία έχει πρόβλημα με τους αστυνομικούς..."

( απόσπασμα από το βιβλίο "ο Τρυποκάρυδος" του Τομ Ρόμπινς )

Τετάρτη 7 Νοεμβρίου 2012

"Όταν πέσει το πέμπτο πέπλο, και μαζί του η ψευδαίσθηση της οικονομικής αξίας, οι άνθρωποι μπορεί να αρχίσουν να αναγνωρίζουν πάλι τον εαυτό τους, μπορεί να ξαναβρούν τις παλιές αξίες και να ξαναδούν ένα τοπίο που έχει χαθεί εδώ και πολύ καιρό.
Στο μεταξύ μπορούμε να πούμε με κάποια εγκυρότητα ότι, παρ' όλη τη φασαρία και τις φοβίες που δημιουργεί το χρήμα, στην πραγματικότητα σχεδόν δεν υπάρχει. Δεν είναι παρά ένα αφηρημένο επινόημα, ένα συμβολο, μια πράξη πίστης, ένα γραμμάτιο που στηρίζεται μόνο στο λόγο ενός τραπεζίτη. Ουσιαστικά, τα λεφτά είναι ένα υποκατάστατο για πράγματα που συχνά δεν υπάρχουν.
Από την άλλη μεριά, όμως, η περιστροφή στο δρόμο είναι κάτι το πραγματικό μέσα στα πλαίσια της δικής της χρονικής εξέλιξης.
Τόσο τα χρήματα, όσο και η τέχνη, πασπαλισμένα όπως είναι με το ρομαντισμό και την ποίηση της εποχής μας, είναι μια μαγεία. Ή μάλλον τα λεφτά είναι ταχυδακτυλουργία, ενώ η τέχνη είναι μαγεία. Τα λεφτά είναι θεατριλίκι, είναι εξαπάτηση, είναι ένα έξυπνο κόλπο. Η τέχνη είναι ένα πλέγμα δυνάμεων και επιδράσεων που ασκούνται πάνω στις αισθήσεις μέσα από ορισμένους πρακτικούς αλλά και μονίμως ανεξήγητους δεσμούς. Βέβαια, η γραμμή που ενώνει αυτά τα δύο μπορεί να είναι λεπτή σα δίφραγκο. Επιπλέον, οι μάγοι του καπιταλισμού ενισχύουν την δύναμη που ασκούν πάνω στο ακροατήριό τους χρησιμοποιώντας καλλιτεχνικές εικόνες.

Πολύ προτού πέσει το πέπλο του εμπορίου μπροστά στα μάτια της τέχνης, είχε θολώσει πρώτα την όραση της θρησκείας. Οι αρχαίοι ναοί, ειδωλολατρικοί και μη, στις περισσότερες περιπτώσεις ήταν ταυτοχρόνως θησαυροφυλάκια και νομισματοκοπεία.
Ο Ναός της Ιερουσαλήμ δεν αποτελούσε εξαίρεση. Ο πρώτος Ναός καθώς και ο Δεύτερος, και στις δύο μορφές του, ήταν το οικονομικό κέντρο της Ιουδαίας. Η Έλεν Τσέρυ δεν το ήξερε αυτό. Ο αιδεσιμότατος Μπάντι Γουίνκλερ μάλλον το ήξερε, αλλά, όπως ήταν φυσικό, ο Μπάντι δεν έβλεπε πολύ ξεκάθα τις σχέσεις ανάμεσα στην θρησκεία και στο χρήμα. Ο/η Κονσέρβα Φασόλια γνώριζε καλά αυτή τη σχέση, όταν όμως έκανε υποθέσεις για τον Τρίτο Ναό απέφυγε να εξατάσει την πιθανή του σύνδεση με την τράπεζα του Ισραήλ. Ακόμη και η τολμηρή διάνοια της φασουλοκονσέρβας έβρισκε απωθητικό αυτό το θέμα.
Είναι όμως φανερό πως ούτε τα λεφτά ούτε η αγάπη για τα λεφτά είναι η ρίζα των ανθρώπινων κακών. Οι ρίζες του κακού είναι πιο βαθιές. Άλλωστε, τα λεφτά δεν είναι "ρίζες", τα λεφτά είναι "φύλλα". Για την ακρίβεια, είναι δισεκατομμύρια φύλλα. Ένα πυκνό, θαμνώδες, πράσινο φύλλωμα που αποκρύπτει τα άστρα της πραγματικότητας με τον πλαστό του θόλο.
Ποιός λέει ότι τα λεφτά δεν φυτρώνουν στα δέντρα;

Η εμφάνιση του χρήματος, με τις δελεαστικές, αν και αόριστες, υποσχέσεις του προσέθεσε μια νέα ζωντάνια στο σπορ της ζωής. Η ζωντάνια όμως γρήγορα μετατράπηκε σε σύγχυση όταν οι παίχτες, αποβλακωμένοι από αστάθμητους και ανεξήγητους παράγοντες, άρχισαν να μπερδεύουν τις μάρκες του παιχνιδιού με το ίδιο το παιχνίδι.
Έτσι, το πέμπτο πέπλο, θα πέσει σίγουρα ακόμη και για εκείνους από εμάς που δεν μπορούν να δουν τον χορό της Σαλώμης. Θα πέσει τη στιγμή του θανάτου μας. Καθώς θα κειτόμαστε ανήμποροι και ανεπηρέαστοι πια από όλα εκείνα τα μπιχλιμπίδια που μας αποσπούσαν την προσοχή, και ενώ ο ηλεκτρισμός θα την κοπανάει από τα κυκλώματα του εγκεφάλου μας σαν απατεώνας που την κοπανάει από την γειτονιά του κορόιδου, πολλοί από εμάς θα συνειδητοποιήσουμε ότι όλα όσα κάναμε στη ζωή μας, τα κάναμε για τα λεφτά.
Εκείνη τη στιγμή, λίγο προτού σβήσουν τα αστέρια (και ανάλογα με το τι άλλο έχουμε μάθει στη ζωή μας) θα μας κυριέψει μια φόρητη λύπη και πικρία για ό,τι κάναμε - ή, αλλιώς, μπορεί να ρίξουμε ένα γερό, βουβό γέλιο σε βάρος μας...
 "

Απόσπασμα από το βιβλίο του Τομ Ρόμπινς: ''Ο χορός των επτά πέπλων''