«Πήγα στα δάση γιατί θέλησα να ζήσω με σκοπό, θέλησα να ζήσω βαθειά, να ρουφήξω το μεδούλι της ζωής, να αποδιώξω ότι δεν ήτανε ζωή και όχι όταν πεθάνω ν’ ανακαλύψω πως δεν έζησα…»


Πέμπτη, 24 Νοεμβρίου 2011

Νύχτα


Είναι αξημέρωτη νύχτα η ζωή.

Στις μεσονύχτιες στράτες περπατάνε 

αποσταμένοι οι έρωτες 
κι οι γρίλιες των παράθυρων εστάξανε 
τον πόνο που κρατάνε

Στις στέγες εκρεμάστη το φεγγάρι 

σκυμμένο προς τα δάκρυα του 
κι η μυρωμένη λύπη των τριαντάφυλλων 
το δρόμο της θα πάρει

Ολόρθο το φανάρι μας σωπαίνει 

χλωμό και μυστηριώδικο 
κι η πόρτα του σπιτιού μου είναι σα ν' άνοιξε 
και λείψανο να βγαίνει.

Σαρκάζει το κρεβάτι τη χαρά τους 

κι αυτοί λέν πως έτριξε· 
δε λεν πως το κρεβάτι οραματίζεται 
μελλοντικούς θανάτους.

Και κλαίνε οι αμανέδες στις ταβέρνες 

τη νύχτα την αστρόφεγγη 
που θα' πρεπε η αγάπη ναν την έπινε 
και παίζουν οι λατέρνες.

Χυμένες στα ποτήρια καρτερούνε 

οι λησμονιές γλυκύτατες· 
οι χίμαιρες τώρα θα ειπούν το λόγο τους 
και οι άνθρωποι θ' ακούνε

Καθημερνών χαμώνε κοιμητήρι 

το πάρκον ανατρίχιασε 
την ώρα που νεκρός κάποιος εκίνησε 
να πάει στη χλόη να γείρει. 


Κ. Καρυωτάκης, "Ο πόνος των ανθρώπων και των πραγματων"

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου