«Πήγα στα δάση γιατί θέλησα να ζήσω με σκοπό, θέλησα να ζήσω βαθειά, να ρουφήξω το μεδούλι της ζωής, να αποδιώξω ότι δεν ήτανε ζωή και όχι όταν πεθάνω ν’ ανακαλύψω πως δεν έζησα…»


Σάββατο, 2 Ιουνίου 2012

Ο φύλακας στη σίκαλη, J.D. Salinger


Τελειώναμε την Τρίτη γυμνασίου και ήταν όμορφη χρονιά. Ειδικά εκείνη η άνοιξη ήταν υπέροχη και εμείς ήδη μπαίναμε στο καλοκαίρι. Ήταν ωραία όταν τα απογεύματα μαζευόμασταν να παίξουμε βόλεϊ, ή όταν περπατάγαμε ατέλειωτες φορές την ίδια διαδρομή μιλώντας για όσα μιλιούνται ή όταν αντιγράφαμε cd γιατί δεν ήταν ακόμα δημοφιλές να κατεβάζεις τραγούδια από το youtube.
Την τελευταία Κυριακή, μας μάζεψε η φιλόλογος σπίτι της και μας μαγείρεψε. Μας έδειχνε τα βιβλία της και μας πρότεινε να διαβάσουμε το «Φύλακα στη σίκαλη». Μετά από πολλά χρόνια, εξακολουθώ να την θυμάμαι κάθε φορά που βλέπω το βιβλίο σε προσφορά στον Παπασωτηρίου ή στην Πρωτοπορία. Ίσως, παρόλα αυτά να μην το διάβαζα ποτέ. «Κλασσικό είναι ένα βιβλίο που όλοι μιλάνε για αυτό αλλά κανείς δεν το έχει διαβάσει». Το πρόβλημα είναι ότι το διάβασαν η Δ. και η Ν.. Και το χειρότερο, διαφώνησαν σχετικά με τη λογοτεχνική του αξία. Η γνώμη μου άρχισε τότε να αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Σχεδόν «αναγκάστηκα» να το διαβάσω.
Ξεχώρισα πιο πολύ τα σημεία εκείνα που μιλάγανε για τη μοναξιά μέσα στην πόλη. Τη μοναξιά που νιώθεις όταν είσαι με πολλούς ανθρώπους γύρω σου.

«Δεν του απάντησα. Το μόνο που έκανα, ήταν που σηκώθηκα και πήγα και κοίταξα από το παράθυρο. Ξαφνικά ένιωθα πολύ μονάχος μου. Σχεδόν παρακάλαγα να είχα πεθάνει.»

«Ήταν σκέτη θλίψη, ακόμα και έξω στο δρόμο. Δεν άκουγες πια ούτε αυτοκίνητα να περνάνε. Ένιωθα τόσο μονάχος και χάλια που μου ‘ρθε μια διάθεση να ξυπνήσω τον Άκλεϋ.»

«Αυτό που το έκανε ακόμα χειρότερο είναι που έξω είχε τέτοια ησυχία και ερημιά και ας ήτανε σαββατόβραδο. Στον δρόμο δεν έβλεπες σχεδόν ψυχή. Καμιά φόρα μόνο έβλεπες κανέναν άντρα με μια κοπέλα, που περνάγανε απέναντι αγκαλιασμένοι από τη μέση, ή καμιά αλητοπαρέα με τα κορίτσια τους, που γελάγανε σαν ύαινες χωρίς να υπάρχει τίποτα αστείο- στοίχημα πήγαινες. Η Νέα Υόρκη είναι σκέτη φρίκη άμα χαχανίζει κανείς  στο δρόμο πολύ αργά τη νύχτα. Τον ακούς μίλια μακριά. Και αυτό σε κάνει να νιώθεις πολύ μονάχος και λυπημένος.»

«Μετά γύρισα πάλι και έπεσα στο κρεβάτι. Έκανα κάμποσο να κοιμηθώ –δεν ήμουνα καθόλου κουρασμένος- αλλά στο τέλος κοιμήθηκα. Το μόνο που ήθελα στην πραγματικότητα ήταν να αυτοκτονήσω. Μου ‘ρχόταν να σαλτάρω από το παράθυρο. Κι εδώ που τα λέμε μπορεί και να το ‘κανα, αρκεί να ήμουνα σίγουρος ότι θα βρισκόταν κάποιος να με σκεπάσει μόλις θα ‘σκαγα κάτω. Δεν ήθελα να μαζευτούν τίποτα περίεργοι και να με χαζεύουν που θα ΄χα γίνει λιώμα.»

«Τίποτα δεν θα είχε αλλάξει. Ο μόνος αλλιώτικος θα ήσουνα εσύ. Όχι πως θα είχες μεγαλώσει πολύ ή κάτι τέτοιο. Δεν θα ΄ταν  αυτό ακριβώς. Μόνο που να, θα ήσουνα αλλιώτικος, αυτό είναι όλο. Ας πούμε, αυτή τη φορά θα φόραγες πανωφόρι. Ή εκείνο το παιδί που ήταν ταιράκι σου στη γραμμή την περασμένη φορά, θα είχε τώρα οστρακιά και θα ήσουν με καινούριο ταιράκι. Ή πάλι θα συνόδευε την τάξη κάποιος άλλος αντί για τη μις Έιγκλετίνγκερ. Ή θα είχες ακούσει τη μάνα σου και τον πατέρα σου να αρπάζονται άγρια στο μπάνιο πρωινιάτικα. Ή στο δρόμο θα είχες προσπεράσει κάτι λακκούβες με νερό και βενζινολαδιές, που κάνανε ουράνια τόξα. Θέλω να πω, θα ήσουν αλλιώτικος με κάποιο τρόπο- καλύτερα δεν γίνεται να το εξηγήσω. Μα κι αν ακόμα το μπορούσα, και πάλι δε νομίζω πως θα είχα διάθεση.»

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου