«Πήγα στα δάση γιατί θέλησα να ζήσω με σκοπό, θέλησα να ζήσω βαθειά, να ρουφήξω το μεδούλι της ζωής, να αποδιώξω ότι δεν ήτανε ζωή και όχι όταν πεθάνω ν’ ανακαλύψω πως δεν έζησα…»


Τετάρτη, 28 Μαρτίου 2012

L' Apollodine- Οίκος ανοχής, Μπερτράν Μπονέλο


Στα πλαίσια του 13ου Φεστιβάλ Γαλλόφωνου Κινηματογράφου, προβλήθηκε την Κυριακή, στο Ideal, η ταινία του Μπερτράν Μπονελό “LApollodine” (Οίκος ανοχής).
Η ιστορία εκτυλίσσεται σε έναν οίκο ανοχής, στη Γαλλία, στις χαραυγές του 20ου αιώνα.
Όταν ένας πελάτης χαράσσει στο πρόσωπο της Μαντλέν, ένα μόνιμο τραγικό χαμόγελο, ο σκηνοθετικός φακός αρχίζει την περιήγηση στα άδυτα της καθημερινότητας των εκδιδόμενων γυναικών.  Παράλληλα με τις συνηθισμένες ασχολίες, όπως το πλύσιμο και το κοινό γεύμα, ξετυλίγεται το δεύτερο επίπεδο της ταινίας, αυτό του πολυδιάστατου συναισθηματικού κόσμου των γυναικών.
 Ίσως αρκετά γκροτέσκ σε πολλά σημεία, η ταινία καταφέρνει παρόλα αυτά να απομυθοποιήσει την ωραιοποιημένη πατριαρχική φαντασίωση της πόρνης  και να καταδικάσει κάθε εξιδανικευμένη προσέγγιση του ζητήματος. Με τη σκηνογραφία να παραπέμπει πολλές φορές σε κλασσικούς πίνακες, και με την αλληλουχία πλάνων πλούτου και ερωτισμού, ο αισθησιασμός χάνεται κάθε φορά που σπάνε ένα- ένα τα κουμπιά του κορσέ για να αποκαλύψουν την ψυχική γύμνια. Οι γυναίκες της ταινίας, καταδικασμένες από τις κοινωνικές συμβάσεις, τον επιστημονικό κόσμο και τις αντιλήψεις για την ηθική, αναπτύσσουν τον χαρακτήρα τους μέσα σε ένα περιθωριοποιημένο περιβάλλον που μοιάζει συνεχώς να καταρρέει.  
Η ταινία, στήνεται σχεδόν αποκλειστικά σε πλάνα εσωτερικού χώρου, και μόνο προς το τέλος, ο φακός γυρίζει προς τα έξω, για να δώσει μια βιαστική εικόνα του σύγχρονου κόσμου, κάνοντας την σύγκριση ανάμεσα στο τότε και το τώρα.

(Otto Dix- Three Wenches)

Την εμπορευματοποίηση του γυναικείου σώματος, περιγράφει η Κατερίνα Γώγου στο ακόλουθo ποιήμα:
«Λαδερά σε πλαστικό Ακομινάτου
έξω απ’ την πόρτα Αύγουστος
άσπρες σαν πανί οι πουτάνες
40 υπό σκιάν 4 η ώρα μεσημέρι.
Ανοίγουνε τα μπούτια μοναχά τους
σα ψόφια μύδια
γέμισ’ ο δρόμος χρωματιστά βρακιά
Πακιστανούς ντετόλ κουτσές ρουφιάνες
κι αδερφές  μ’ ενέσεις στα βυζιά
γεμάτες καρκινώματα.
Γέμισ’ ο δρόμος
ξετιναγμένες σάλπιγγες και πεταμένες μήτρες
τουμπάνιασε η κοιλιά
απ’ άχρηστα σπέρματα
–δεν πιάνονται παιδιά
εδώ δεν πιάνεται τίποτα από πουθενά
η Μαγδαληνή κι η Βάνου τη γυρίσανε
οι δοσάδες κι ο άγιος της γειτονιάς είναι κολεγιά
πρώτα τα παίρνουνε και μετά σας καρφώνουνε.
Έτσι είναι.
Απλώσατε πουτάνες στο Μεταξουργείο
ντάλα μεσημέρι χωρίς δέντρο –που θα σκαλώσετε
χωρίς τοίχο- που ΄ρθατε δω ν΄ακουμπήσετε.
Αγανακτισμένοι πολίτες
και θρησκευτικοί παράγοντες τα βρήκανε. Οργανωθήκανε.
Αγόρασαν μπιτόνια.
Και βενζίνα.
Θα σας καταβρέξουν. Θα σας κάψουνε λέει.
Σα τυφλοπόντικες λέει.
Κλούβες με αστυνομικούς
ματάκηδες ανίκανοι οι γιατροί των Ηθών
μουνόψειρες κάνουν σουλάτσο τη μέρα στο μυαλό σας
λευκόρροια στον ύπνο τσιλιαδόροι
–ποιανού το μέρος παίρνουνε.
Εδώ καίμε τις μάγισσες. Γαμάμε τις πουτάνες.
Η αφίσα του Καραμανλή
τα μάτια σας καμιά φωτογραφία
κλωστές από κεντήματα
περούκες καραφλές μελανιασμένες ρόγες
εξώσεις σφίγγουν τα μαλλιά και το λαιμό
δένουνε χέρια και πόδια στα κρεβάτια
εσάς και μας μαζί
ο τρόπος κι η ταρίφα αλλάζει
ο τόπος και τ’ όνομα αλλάζει.
Στη Λάρισα 40 βαθμοί
εδώ στο σταυρό ο ήλιος.»


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου